24 Δεκ 2013

Όταν οι Sex Pistols έσωσαν τα Χριστούγεννα του 1977

Χωρίς Άγιο Βασίλη, κάλαντα και έλκηθρo. Με Johny Rotten, πανκ και μια απεργία: Αυτή είναι όντως μια διαφορετική χριστουγεννιάτικη ιστορία


Λοιπόν πρέπει να το παραδεχτούμε. Τα Χριστούγεννα είναι η πιο «γιορτή» από όλες τις γιορτές. Είτε τη συμπαθείς όπως εμείς, είτε όχι, δεν μπορείς να αρνηθείς την πρωτοκαθεδρία της στην κατηγορία των γιορτών. Μπορεί να φταίει το μάρκετινγκ -το ξέρω- . Μπορεί να φταίει η σύνδεση της με την αλλαγή του έτους που συμβολίζει και συμπυκνώνει την αιώνια αντιπαράθεσή μας με το χρόνο που αμείλικτα περνά. Ή μπορεί να φταίει και η ανάγκη να ξεφύγουμε από την κανονικότητα με κάθε ευκαιρία και να μπερδευτούμε πιο αδέσμευτα με αγαπημένα πρόσωπα. (ή και να συνειδητοποιήσουμε πάλι πιο αδέσμευτα την απουσία τους).
Όπως και να ‘χει, τα Χριστούγεννα τα έχουν καταφέρει. Δε μπορείς να ξεφύγεις από αυτά.Δεσμεύουν με ωραίους και άσχημους τρόπους όλη την κοινωνική ζωή των δυτικών τουλάχιστον κοινωνιών για δέκα περίπου μέρες το χρόνο. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό, οπότε σταμάτα να βάζεις μέταλ τραγούδια στο timeline σου με σχόλιο τύπου «f*ck Xmas» και άκου μια διαφορετική ιστορία για τα Χριστούγεννα και το λεγόμενο ζήτημα της “σωτηρίας” τους (που έχει απασχολήσει διάφορους τύπους από τον Εμπενίτζερ Σκρουτζ μέχρι τον Jack Skellington του Tim Burton):
Το Δεκέμβρη του 1977 οι «Εργατικοί» (γελάει ο κόσμος με το όνομα), που βρισκόταν στο τιμόνι της κυβέρνησης στη Βρετανία, αντιμετώπιζαν άλλο ένα δυσαρεστημένο εργατικό συνδικάτο που απεργούσε. Μόνο που αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν δυσκολότερα και αφορούσαν άμεσα τη «δημόσια ασφάλεια». Το σωματείο που είχε κατέβει σε απεργία από τις 14 του Νοέμβρη ήταν αυτό των πυροσβεστών. Οι πυροσβέστες, που ζητούσαν 30% αύξηση, είχαν διαμαρτυρηθεί επανειλημμένα στο ζήτημα του ιδιαίτερα χαμηλού μισθού τους (που αυξάνονταν με χαμηλότερο ρυθμό από την αύξηση των τιμών – δηλαδή μειώνονταν στην πραγματικότητα) σε αντιδιαστολή με το ωράριο και την δυσκολία του επαγγέλματός τους. Τα αιτήματα των πυροσβεστών δεν εισακούστηκαν ποτέ, ενώ από την άλλη ως σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, προέκυψε η είδηση των αυξήσεων που παρείχε η κυβέρνηση στα μέλη της αστυνομίας (ρίχνοντας κι άλλο νερό στον μύλο της διαχρονικής κόντρας cops vs firemen στην οποία είναι ανούσιο να δηλώσουμε με ποιανού το μέρος είμαστε).

22 Δεκ 2013

Η Κοντάκ της εξαδέλφης Μαχούλας

Για τους νέους μου φίλους (που δεν το έχουν διαβάσει)
Για όσους αγαπούν τις φωτογραφίες και τις φωτογραφικές μηχανές
Για όσους αγαπούν τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τις ηρωίδες και τους ήρωές του

  
Στον Βόλο βρέθηκα πέρσι το καλοκαίρι για λίγες μέρες,  στο δρόμο της επιστροφής από ολιγοήμερες διακοπές στο Πήλιο. Είχα υποσχεθεί στο φίλο μου τον Άλκη που έχει εγκατασταθεί μόνιμα  στην ιδιαίτερη πατρίδα του, να περάσω επί τέλους  να τον δω για λίγες μέρες. Ο Άλκης είναι αρχιτέκτονας και έχει μεταφέρει το γραφείο του -  μελέτες και αναπαλαιώσεις - αναστυλώσεις παραδοσιακών κτιρίων -   στο Βόλο. Μου έλειπε ο παλιός μου φίλος που είχε  αποτραβηχτεί από την Πρωτεύουσα και τους ρυθμούς της. Ο Άλκης  δεν προσπαθούσε βέβαια να με πείσει να κάνω το ίδιο, εκμεταλλευόταν όμως το πάθος μου για τη δουλειά μου στο Μουσείο Παραδοσιακών Οικισμών, είμαι υπεύθυνη εκδόσεων του Μουσείου, και προσπαθούσε να με παρασύρει να περάσουμε μαζί λίγες μέρες στην πόλη του. Εκτός από το ότι με είχε πεθυμήσει – έτσι έλεγε ο Άλκης και δεν μπορούσες να του αντισταθείς – ισχυριζόταν ότι είχε βρει κάτι που  ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον για την Υπηρεσία μου – παλιός μας συνεργάτης για χρόνια -  αλλά και για μένα προσωπικά, έτσι έλεγε. Βρεθήκαμε λοιπόν εκείνο το πρωινό  του Ιουνίου να περνάμε το κατώφλι του φωτογραφείου των αδελφών Καλημέρη, ενός  από τα πιο γνωστά ιστορικά καταστήματα που έβρισκες ακόμα στην οδό Δημητριάδος. Στη βιτρίνα της πρόσοψης υπήρχαν ξεχασμένες  φωτογραφίες από βαπτίσεις,  ακαθορίστου εποχής, αλλά και μερικές προϊστορικές μηχανές  Kodak με φιλμ, που ήταν φανερό ότι κανείς δεν ενδιαφερόταν ούτε να πουλήσει, ούτε να αγοράσει. Η επιγραφή στην είσοδο με καλλιγραφικά γράμματα, έγραφε: Αφοί Καλημέρη, φωτογράφοι, έτος ιδρ. 1884 και αυτό υποσχόταν πράγματι πολλά.

«Μυτιλήνη Χριστούγεννα ’44 – Πώς εμποδίστηκε η απόβαση των Εγγλέζων

Αυτή είναι η δεύτερη συνέχεια από ένα κείμενο που έδωσα στον αγαπητό ιστολόγο Αλλού Φαν Μαρξ πέρσι τέτοιον καιρό, δηλαδή μέσα Νοεμβρίου 2007. Εκείνος σουλούπωσε την παρουσίαση και ανέβασε το σημείωμα (σε δυο συνέχειες) στη σελίδα του. Καθώς πλησιάζει χρόνος από τότε, ανεβάζω ξανά το κείμενο στις δικές μου πια σελίδες, και πάλι σε δύο συνέχειες. Η πρώτη συνέχεια, υπάρχει εδώ.
Οι ηχογραφήσεις «α καπέλα» έγιναν από τον πατέρα μου, τον Δημήτρη Σαραντάκο, εντελώς ερασιτεχνικά. Μπορείτε να τις βρείτε όλες μαζί συγκεντρωμένες εδώ, αλλά και μία-μία χωριστά μέσα στο κείμενο.
Οι φωτογραφίες από την απόκρουση των Άγγλων είναι παρμένες από το βιβλίο «Μυτιλήνη Χριστούγεννα ’44 – Πώς εμποδίστηκε η απόβαση των Εγγλέζων» που εκδόθηκε στη Μυτιλήνη το 1945 και που υπάρχει σε ψηφιακή μορφή στον ιστότοπο του Βραχόκηπου.
Διευκρινίζω πως αφηγητής είναι ο πατέρας μου, Δημήτρης Σαραντάκος, που γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1929 και έχει τις δικές του σελίδες, όπου μπορείτε να βρείτε κείμενα και βιβλία του, εδώ. Ο πατέρας του ο Νίκος (1903-1977), ο παππούς μου δηλαδή, γνωστός και με το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης, έγραψε μερικούς από τους σατιρικούς στίχους που θα διαβάσετε.

Ν.Σ. Νοεμβρης 2008

Κάτ’ αγριγιαθρώπ’ μας φέραν…
O Δημήτρης Σαραντάκος θυμάται και τραγουδάει (Μέρος 2o)

Την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1944 είχα περάσει από την Τράπεζα και με τον πατέρα μου πήγαμε στην αγορά για ψώνια. Ήταν γύρω στις 10 το πρωί και αντιληφθήκαμε κόσμο να τρέχει προς το λιμάνι. Ακολουθήσαμε κι εμείς και τότε είδαμε πως έξω από το λιμάνι είχαν έρθει 4 αγγλικά πολεμικά και 7 μεγάλα μεταγωγικά, από ένα από τα οποία προερχόταν μια ατμάκατος γεμάτη με ινδούς στρατιώτες, που κατευθυνόταν στο μέσα λιμάνι. Μη ξεχνάτε, πως εκείνες τις ημέρες στην Αθήνα μαίνονταν οι μάχες μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Άγγλων.
102
Ήταν η πρώτη απόπειρά τους να αποβιβάσουν στρατό στη Μυτιλήνη, η οποία, σημειωτέον, μαζί με τη Σάμο ήταν τα μόνα νησιά του Αιγαίου που βρίσκονταν σταθερά κάτω από τον έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Από την Απελευθέρωση και μετά στο νησί υπήρχε κάποια δυαδική εξουσία. Από τη μια υπήρχε η εξουσία του ΕΑΜ, με δικιά της Τοπική Αυτοδιοίκηση, Νομάρχη, Πολιτοφυλακή και το 22ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Από την άλλη υπήρχε η Συμμαχική Αποστολή από καμιά δεκαριά αξιωματικούς (όλους Άγγλους), η (ελληνική) Ναυτική Διοίκησις Αιγαίου, με τον πλοίαρχο Μίλτωνα Ιατρίδη (αυτόν του «Παπανικολή»), ένα άγημα ναυτών και το αντιτορπιλικό «Αετός», που ήταν αραγμένο στο μέσα λιμάνι και μία διμοιρία Ιερολοχιτών. Όλοι αυτοί όμως δεν είχαν καμιάν ουσιαστική δύναμη, αλλά σε συνεργασία με τους ντόπιους αντιδραστικούς βυσσοδομούσαν κατά της εαμικής εξουσίας.
Με την αποβίβαση των ινδικών στρατευμάτων θα αποχτούσαν τη δύναμη που δεν είχαν και θα ανέτρεπαν την εαμοκρατία, όπως είχαν κάνει, από τον Σεπτέμβρη ήδη, στη Χίο, τη Λήμνο και τις Κυκλάδες. Η ηγεσία του ΕΑΜ ήταν ενήμερη για τις προθέσεις των Άγγλων, γιατί από την προηγούμενη βδομάδα η Συμμαχική Αποστολή στη Μυτιλήνη είχε συγκεντρώσει στα Μπλόκια (τον προσφορότερο χώρο αποβίβασης – εκεί που σήμερα αράζουν τα φερυ-μπωτ), όλα τα φορτηγά αυτοκίνητα της Ούνρα, που είχαν έρθει με την απελευθέρωση στο νησί για τη μεταφορά στα χωριά της συμμαχικής βοήθειας.
Η απόπειρα αποκρούστηκε αμέσως από εκατοντάδες πολίτες, που με φωνές, σπρωξιές, μπαστουνιές και ομπρελιές (ψιλόβρεχε), εμπόδισαν τους ινδούς να πατήσουν καν το πόδι τους στο μουράγιο. Θυμάμαι τον πατέρα μου, κραδαίνοντας την ομπρέλα του να πρωτοστατεί στην απώθηση.
Αμέσως άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες όλων των εκκλησιών και σε όλες τις γειτονιές βγήκαν συνεργεία της ΕΠΟΝ και με χωνιά ξεσήκωσαν τον κόσμο. Σε λίγο είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες στα Μπλόκια.