Τον Νιόνιο τον λατρεύω. Γιατί είναι ένας άνθρωπος
που ήρθε από μακριά κι αυτό το εισπράττεις κάθε φορά που σου κουβαλά τα
τραγούδια του. Σου ζωγραφίζει την εποχή, στη βάζει στο κάδρο, κι όσο την
κοιτάς νιώθεις τη γροθιά στο στομάχι. Ο Σαββόπουλος ήταν για καιρό το
τελευταίο καταφύγιο ενός ασυμβίβαστου ρομαντισμού, που οι περισσότεροι
περιφέρουμε εν κρυπτώ. Ίσως γι' αυτό -μερικούς- μας πόνεσαν οι κατοπινές
αλλιώτικες ρότες του. Συμφώνησα απεριόριστα με το απόφθεγμα του
Αρανίτση: "Παλιά, ντρεπόμαστε που δεν μοιάζαμε με τον Σαββόπουλο, σήμερα
ντρεπόμαστε που μας μοιάζει".
Εν τούτοις, του χρωστώ κάτι σπουδαίο. Ήταν αφορμή να μάθω να ξεχωρίζω το έργο από τον δημιουργό του. Ο Νιόνιος, θαρρώ, για χρόνια μας παραπλάνησε με εκείνο το παράξενο καπέλο, τις ομπρέλες και τις τρέλες του. Σαν να μας υποσχέθηκε το ανέφικτο: ότι δεν θα μεγαλώσει και δεν θα σοβαρευτεί ποτέ. Αλλά ... μεγάλωσε.
Βαλθήκαμε να τον κατηγορήσουμε για την απόλυτη συμμόρφωσή του στην ανθρώπινη μοίρα, στην οποία όλοι υποκύψαμε πολύ νωρίτερα. Μόνο που εκείνος άργησε και μας ξεγέλασε.
Εν τούτοις, του χρωστώ κάτι σπουδαίο. Ήταν αφορμή να μάθω να ξεχωρίζω το έργο από τον δημιουργό του. Ο Νιόνιος, θαρρώ, για χρόνια μας παραπλάνησε με εκείνο το παράξενο καπέλο, τις ομπρέλες και τις τρέλες του. Σαν να μας υποσχέθηκε το ανέφικτο: ότι δεν θα μεγαλώσει και δεν θα σοβαρευτεί ποτέ. Αλλά ... μεγάλωσε.
Βαλθήκαμε να τον κατηγορήσουμε για την απόλυτη συμμόρφωσή του στην ανθρώπινη μοίρα, στην οποία όλοι υποκύψαμε πολύ νωρίτερα. Μόνο που εκείνος άργησε και μας ξεγέλασε.

Μία πρόσφατη κουβέντα με τον Παρίσιο θείο μου, έφτασε για να μου θυμίσει
τι είναι πραγματικά τα μπλοκάκια μας: οι πιο τρυφερές και ειλικρινείς γωνίτσες
που 'μειναν για να ξαποσταίνουμε από τα άγχη και την απαιτητική καθημερινότητά μας.
Μερικοί αθεράπευτοι, έτσι τα θέλουμε. Σαν αναπαυτικά μαξιλάρια σε ένα ντιζαϊνάτο καναπέ, που (από κατασκευής) σου αρνείται κάθε έννοια χαλάρωσης.
Κι αφού βουλιάξεις -σε πείσμα του .. καναπέ- αναπαυτικά, θέλεις καφέ Κυριακάτικο, μουσικούλα και παρέα. Απλά πράγματα, δηλαδή. Τόσο απλά που γίνονται δύσκολα. Και καθώς το μαξιλάρι .. μας βρίσκεται κι ο καφές είναι έτοιμος, έλειπε μόνο η μουσική.
Ψάχνοντας ανάμεσα στο τι καλύτερο έχει γράψει ο Νιόνιος, βρέθηκα πάλι να επιμένω ότι αυτό είναι το τραγούδι του, που με κέρδισε. (στίχος τον στίχο, απάντηση σε όσα ξανασκέφτομαι, σε όσα ξανασυμβαίνουν και σ' όσα πάντα θα αρνιόμαστε ότι αναζητάμε. Μονίμως ανεπήδεκτοι μαθήσεως).
Λιγότερο γνωστό από τα "αναρχοαυτόνομα". Πιο ανθρώπινο και πιο τρυφερό. Μία πεισματάρικη δήλωση που θυμίζει ότι κάποιοι πάντα θα ρισκάρουν. Εντός κι εκτός ...
( Καπετάνισσα , να ΄σαι καλά που βοήθησες).
-------------------------------------------------------------------------------------
τι είναι πραγματικά τα μπλοκάκια μας: οι πιο τρυφερές και ειλικρινείς γωνίτσες
που 'μειναν για να ξαποσταίνουμε από τα άγχη και την απαιτητική καθημερινότητά μας.
Μερικοί αθεράπευτοι, έτσι τα θέλουμε. Σαν αναπαυτικά μαξιλάρια σε ένα ντιζαϊνάτο καναπέ, που (από κατασκευής) σου αρνείται κάθε έννοια χαλάρωσης.
Κι αφού βουλιάξεις -σε πείσμα του .. καναπέ- αναπαυτικά, θέλεις καφέ Κυριακάτικο, μουσικούλα και παρέα. Απλά πράγματα, δηλαδή. Τόσο απλά που γίνονται δύσκολα. Και καθώς το μαξιλάρι .. μας βρίσκεται κι ο καφές είναι έτοιμος, έλειπε μόνο η μουσική.
Ψάχνοντας ανάμεσα στο τι καλύτερο έχει γράψει ο Νιόνιος, βρέθηκα πάλι να επιμένω ότι αυτό είναι το τραγούδι του, που με κέρδισε. (στίχος τον στίχο, απάντηση σε όσα ξανασκέφτομαι, σε όσα ξανασυμβαίνουν και σ' όσα πάντα θα αρνιόμαστε ότι αναζητάμε. Μονίμως ανεπήδεκτοι μαθήσεως).
Λιγότερο γνωστό από τα "αναρχοαυτόνομα". Πιο ανθρώπινο και πιο τρυφερό. Μία πεισματάρικη δήλωση που θυμίζει ότι κάποιοι πάντα θα ρισκάρουν. Εντός κι εκτός ...
( Καπετάνισσα , να ΄σαι καλά που βοήθησες).
-------------------------------------------------------------------------------------
- Γιατί φόρεσες αυτό το γελοίο καπέλο;
- Για να προκαλώ γέλιο.
- Γιατί ντύνεσαι έτσι;
- Έτσι είμαι ωραίος. Εσείς οι άλλοι είστε ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Ίδια ρούχα, ίδιες χειρονομίες. Ποιος σας κούρδισε έτσι;
- Για να προκαλώ γέλιο.
- Γιατί ντύνεσαι έτσι;
- Έτσι είμαι ωραίος. Εσείς οι άλλοι είστε ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Ίδια ρούχα, ίδιες χειρονομίες. Ποιος σας κούρδισε έτσι;
Μάρτιο
του '67, ο 23άχρονος Διονύσης Σαββόπουλος, επιθετικά ειλικρινής και με
τη σουρεαλιστική και προκλητική διάθεση μιας γενιάς που ανακάλυπτε τη
φιλοσοφία του ροκ εν τη γενέσει του, έπαιζε με τις ερωτήσεις που του
έκανε ο Δημήτρης Γκιώνης για τη «Δημοκρατική Αλλαγή». Τέσσερις μήνες
είχαν περάσει από την κυκλοφορία του «Φορτηγού» και τέσσερα χρόνια από
τότε που με ένα τέτοιο είχε κατεβεί στην Αθήνα.
Το στίγμα του το 'χε δώσει εξαρχής: είχε έρθει για να ξεκουρδίσει την ομοιομορφία με τα τραγούδια και την «άναρχη φωνή» του. Το επόμενο διάστημα θα αποδείκνυε κι ό,τι είχε σαφώς υπαινιχθεί από τον πρώτο του δίσκο: τα τραγούδια του δεν ήταν ούτε ακριβώς ροκ ούτε ακριβώς «νέο κύμα», αλλά κάτι που χρειαζόταν το ονοματεπώνυμό του για να αποτελέσει κατηγορία: Διονύσης Σαββόπουλος.
Δεν χρειάστηκε να περάσουν σαράντα δύο χρόνια παρουσίας στην ελληνική μουσική σκηνή για να συνειδητοποιήσουμε ότι αποτελεί ένα είδος μόνος του, και μάλιστα από όσα επηρέασαν την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού.
Το στίγμα του το 'χε δώσει εξαρχής: είχε έρθει για να ξεκουρδίσει την ομοιομορφία με τα τραγούδια και την «άναρχη φωνή» του. Το επόμενο διάστημα θα αποδείκνυε κι ό,τι είχε σαφώς υπαινιχθεί από τον πρώτο του δίσκο: τα τραγούδια του δεν ήταν ούτε ακριβώς ροκ ούτε ακριβώς «νέο κύμα», αλλά κάτι που χρειαζόταν το ονοματεπώνυμό του για να αποτελέσει κατηγορία: Διονύσης Σαββόπουλος.
Δεν χρειάστηκε να περάσουν σαράντα δύο χρόνια παρουσίας στην ελληνική μουσική σκηνή για να συνειδητοποιήσουμε ότι αποτελεί ένα είδος μόνος του, και μάλιστα από όσα επηρέασαν την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού.
