Στις 12 Ιουνίου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τον θάνατο του
αντιστράτηγου του ΔΣΕ Παντελή Βαηνά. Η ιστορία του φαντάζει τραγική, ο
ίδιος την αντιλαμβανόταν ως διεθνιστικό και πατριωτικό χρέος. Γεννήθηκε
το 1924 στο χωριό Ασπρόγεια Φλώρινας, πολέμησε με αυταπάρνηση και
ενθουσιασμό τον κατακτητή ,έφυγε από την Ελλάδα με τη λήξη του Εμφυλίου
ως αντιστράτηγος του ΔΣΕ και πέθανε στη Σόφια ως αντιστράτηγος του
Βουλγαρικού στρατού.
Τον Παντελή Βαηνά δεν τον μνημονεύει κανένας ιστορικός, τον «στολίζουν»
με μίσος τα εθνικιστικά sites, δεν τον θυμήθηκαν ούτε οι σύντροφοί του
στο ΚΚΕ. Τον θυμούνται όμως στις μαρτυρίες τους οι μαχητές του ΔΣΕ που
επέζησαν και συνήθως διαβίωσαν στην «υπερωρία», τον θυμούνται οι
συγγενείς, οι φίλοι και οι συγχωριανοί του. Κανένας απ’ όσους τον
γνώρισαν δεν τον κατηγόρησε ως Βούλγαρο, κανένας δεν μιλάει άσχημα γι’
αυτόν.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμφυλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμφυλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
14 Ιαν 2016
13 Φεβ 2014
Βάρκιζα. Επέτειος. Ελεύθερο θέμα.
Το ποστ βρίσκεται στα σχόλια, ενός κόσμου συντηριτικού και ενίοτε και αντικουκουέ !!!!
Αξίζει όμως να διαβαστεί .
Τα σχόλια βρισκονται εδώ :
Αξίζει όμως να διαβαστεί .
Τα σχόλια βρισκονται εδώ :
6 Ιαν 2014
Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949 – Βικιπαίδεια
Μια πραγματικά μεγάλη συλλογή πηγών και απόψεων!!!!!
Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949 – Βικιπαίδεια
Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949 – Βικιπαίδεια
Με τον όρο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949 εννοούμε την περίοδο ενόπλων, αντι-ανταρτικών συγκρούσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και του ανταρτικών δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας). Διήρκεσε από τον Μάρτιο του 1946 έως τον Αύγουστο του 1949 και είχε ως αποτέλεσμα την ήττα των κομμουνιστών ανταρτών. Ο Ελληνικός Εμφύλιος θεωρείται διεθνώς ως η πρώτη πράξη του ψυχρού πόλεμου στη μεταπολεμική ιστορία και ήταν η πολεμική σύγκρουση με τις μεγαλύτερες απώλειες που γνώρισε η χώρα από το 1830 έως σήμερα[5].
Παραδοσιακά σημείο έναρξης του Εμφυλίου Πολέμου θεωρείται η επίθεση ομάδας πρώην ανταρτών του ΕΛΑΣ του Μακεδονικού γραφείου του ΚΚΕ υπό την ηγεσία του Αλέξη Ρόσιου («Καπετάν Υψηλάντης») στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιτοχώρου Πιερίας την νύχτα της 30ης Μαρτίου 1946 παραμονή των εκλογών. Η ομάδα των ανταρτών αποτελούμενη από 33 ένοπλους του Ρόσιου διενήργησε επίθεση εναντίον μιας διμοιρίας Εθνοφυλακής και μιας δύναμης Χωροφυλακής. Από την επίθεση σκοτώθηκαν εννέα χωροφύλακες, δύο λοχίες και ένας οπλίτης της Εθνοφυλακής. Η ομάδα των ανταρτών αποχώρησε το πρωί πυρπολώντας τον σταθμό, ενώ αποκόμισε 4 αιχμαλώτους και λιγοστό οπλισμό. Η επίθεση θεωρήθηκε ως απάντηση στις εκτελέσεις, διώξεις, εξορίες και φυλακίσεις που υφίσταντο οι πολίτες που ανήκαν στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και ήταν προσωπική εντολή του Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη.
Σύμφωνα με κάποιους άλλους ιστορικούς είναι η τρίτη φάση ενός ένοπλου αγώνα που ξεκινά με τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αντιστασιακών οργανώσεων κατά τη διάρκεια του 1943 (πρώτη φάση) και τις μάχες στην Ήπειρο και στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 1944 (δεύτερη φάση)[6]. Αυτές οι φάσεις είναι ξεχωριστές, διότι η κάθε μια έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, αλλά είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους και τελικά θα καθορίσουν τον πολιτικό και διεθνή προσανατολισμό της Ελλάδας για τα επόμενα χρόνια[7]. Αυτή τη θεώρηση την επανέφερε μια ομάδα πολιτικών επιστημόνων (με την συνδρομή Ιστορικών)[8] που ήρθε σε σκληρή διένεξη με ιστορικούς[9] καθώς και δημοσιογράφους [10]
26 Δεκ 2013
Δεκέμβρης 1944: Η απόπειρα ανατίναξης του ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρεταννίας
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά περιστατικά του Δεκέμβρη. Στο άρθρο εξιστορούνται οι βασικές λεπτομέρειες – αν και όλο και κάτι μπορεί να προστεθεί.
Μάνος Ιωαννίδης
Για τον Δεκέμβρη του ’44 αιωρείται ακόμη, ύστερα από τόσα χρόνια, ένα διπλό ερώτημα: Αν το ΚΚΕ σκόπευε να καταλάβει δυναμικά την εξουσία, γιατί δεν το έκανε τότε που μπορούσε να το κάνει, όταν δηλαδή, αποχωρώντας οι Γερμανοί, απελευθέρωναν τη χώρα; Και αν ο σκοπός του δεν ήταν η δυναμική κατάληψη της εξουσίας, τι το έκανε ν’ αλλάξει γνώμη για να το επιχειρήσει τον Δεκέμβρη του ’44 στην πιο ακατάλληλη στιγμή και από πιο δυσχερή θέση; Ερωτήματα στα οποία οι ερευνητές των ιστορικών εκείνων στιγμών δεν έχουν δώσει μια ενιαία απάντηση, κυρίως για τη βεβαιότητα με την οποία η τότε ηγεσία του ΚΚΕ οδηγούσε το όλο κίνημα στην ήττα.
Ωστόσο όμως, στις μάχες της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944, υπήρξαν απίστευτες στιγμές τόλμης, αυταπάρνησης και ηρωισμού από τους μη γνωρίζοντες τις μύχιες σκέψεις της ηγεσίας μας ΕΛΑΣίτες. Μία από αυτές τις στιγμές, είναι και εκείνη της υπονόμευσης του ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρεταννίας στην πλατεία Συντάγματος, όπου είχαν την έδρα τους ο Σκόμπι και η κυβέρνηση Γεωρ. Παπανδρέου και όπου διέμεναν ή είχαν κρυφτεί και άλλοι στρατιωτικοί και πολιτικοί παράγοντες, για την οποία όμως οι πηγές είναι περιορισμένες, συγκεχυμένες και σε πολλά σημεία αντιφάσκουσες.
Πάντως, την ιδέα του εγχειρήματος πρέπει να την είχε ο Σπύρος Καλοδίκης, β’ γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ (Ακροναυπλιώτης, δραπέτης το 1940 από το σανατόριο της Πέτρας Ολύμπου, οργανωτής των μεγάλων διαδηλώσεων της Κατοχής στην Αθήνα – δολοφονήθηκε το 1947 από όργανα της Ασφάλειας στους δρόμους της Λάρισας), η οποία, μέσω του α’ γραμματέα της ΚΟΑ Βασίλη Μπαρτζιώτα (Φάνη) και του καπετάνιου του α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ Αθήνας Σπύρου Κωτσάκη (Νέστορα) έφθασε στους βασικούς τοτινούς κουμανταδόρους του κόμματος Γ. Σιάντο και Γ. Ιωαννίδη, που την ενέκριναν, και όχι στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ που είχε την ευθύνη των όλων επιχειρήσεων της Αθήνας. Και η ευθύνη του εγχειρήματος, με τον σχεδιασμό του και την εκτέλεσή του, ανατέθηκε στον ίδιο τον Σ. Καλοδίκη.
Ο Καλοδίκης συνεργάστηκε με τρεις πολιτικούς μηχανικούς. Τον ΕυγένιοΚαστραβέλη, μηχανικό του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος προμηθεύτηκε από την υπηρεσία του τα κατάλληλα σχέδια και χάρτες των υπονόμων της Αθήνας (έχει πεθάνει πριν από το 1990), τον Δημήτρη Γκίκα, καπετάνιο Λόχου Μηχανικού της ΙΙ Μεραρχίας Αττικοβοιωτίας, πολοτικό μηχανικό του μικρού Πολυτεχνείου (έχειεξαφανισθεί, όπως έχει γράψει ένας αντάρτης με τα στοιχεία Θόδωρος Φ., που είχε πάρει μέρος στην επιχείρηση) και τον Κίμωνα Ταπεινό, διμοιρίτη του ίδιου λόχου Μηχανικού της ΙΙ Μεραρχίας (έχει και αυτός πεθάνει πριν από το 1990). Επίσης, συνεργάστηκε και με τον Λευτέρη Φράγκου, στρατιωτικό διοικητή του παραπάνω λόχου, καθώς και με τον γραμματέα της Αχτίδας του ΚΚΕ της περιοχής Μεταξουργείου Μπάμπη Γρηγοριάδη.
Η επιχείρηση εκτελέστηκε από επιλεγμένους εθελοντές αγωνιστές, έμπιστους και εχέμυθους, στους οποίους βέβαια δεν είχε γνωστοποιηθεί ο στόχος. Και συγκεκριμένα: 1) από μια ομάδα επτά ανταρτών του Μηχανικού της ΙΙ Μεραρχίας, μεταξύ των οποίων και οι Θόδωρος Φ., Δ. Γκίκας και Κ. Ταπεινός, που προανέφερα, 2) από αρκετούς ΕΛΑΣίτες της περιοχής Μεταξουργείου της Αθήνας και μερικούς του σπουδαστικού Λόχου Λόρδος Μπάϋρον. Στους τελευταίους και οι γνωστοί μου Παγκρατιώτες σπουδαστές του Πολυτεχνείου Κώστας Τερζάκης καιΆγγελος Ζυγουράκης και 3) από ένα τμήμα 18 ανταρτών – δυναμιτιστών του Μηχανικού ΕΛΑΣ Ολύμπου (του Αντώνη Αγγελούλη – Βρατσάνου) με στρατιωτικό διοικητή τους τον Χρήστο Χολέβα (Μηλιώνη) και καπετάνιο τον Γιάννη Ντούρα (Ακούραστο).
Ο ακριβής αριθμός των μετασχόντων στο εγχείρημα δεν έχει προκύψει από πουθενά, αλλά ένας από αυτούς, ο Νίκος Κυριακίδης, στέλεχος του ΚΚΕ στην περιοχή, έχει γράψει ότι μέσα στον υπόνομο κατέβηκαν 150 περίπου άνδρες του ΕΛΑΣ για να μεταφέρει ο καθένας τους από ένα κιβώτιο εκρηκτικής ύλης και τα άλλα υλικά, καθώς και μερικά στελέχη με τους μηχανικούς.
22 Δεκ 2013
«Μυτιλήνη Χριστούγεννα ’44 – Πώς εμποδίστηκε η απόβαση των Εγγλέζων
Αυτή είναι η δεύτερη συνέχεια από ένα κείμενο που έδωσα στον αγαπητό ιστολόγο Αλλού Φαν Μαρξ πέρσι τέτοιον καιρό, δηλαδή μέσα Νοεμβρίου 2007. Εκείνος σουλούπωσε την παρουσίαση και ανέβασε το σημείωμα (σε δυο συνέχειες) στη σελίδα του. Καθώς πλησιάζει χρόνος από τότε, ανεβάζω ξανά το κείμενο στις δικές μου πια σελίδες, και πάλι σε δύο συνέχειες. Η πρώτη συνέχεια, υπάρχει εδώ.
Οι ηχογραφήσεις «α καπέλα» έγιναν από τον πατέρα μου, τον Δημήτρη Σαραντάκο, εντελώς ερασιτεχνικά. Μπορείτε να τις βρείτε όλες μαζί συγκεντρωμένες εδώ, αλλά και μία-μία χωριστά μέσα στο κείμενο.
Οι φωτογραφίες από την απόκρουση των Άγγλων είναι παρμένες από το βιβλίο «Μυτιλήνη Χριστούγεννα ’44 – Πώς εμποδίστηκε η απόβαση των Εγγλέζων» που εκδόθηκε στη Μυτιλήνη το 1945 και που υπάρχει σε ψηφιακή μορφή στον ιστότοπο του Βραχόκηπου.
Διευκρινίζω πως αφηγητής είναι ο πατέρας μου, Δημήτρης Σαραντάκος, που γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1929 και έχει τις δικές του σελίδες, όπου μπορείτε να βρείτε κείμενα και βιβλία του, εδώ. Ο πατέρας του ο Νίκος (1903-1977), ο παππούς μου δηλαδή, γνωστός και με το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης, έγραψε μερικούς από τους σατιρικούς στίχους που θα διαβάσετε.
Ν.Σ. Νοεμβρης 2008
Κάτ’ αγριγιαθρώπ’ μας φέραν…
O Δημήτρης Σαραντάκος θυμάται και τραγουδάει (Μέρος 2o)
Την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1944 είχα περάσει από την Τράπεζα και με τον πατέρα μου πήγαμε στην αγορά για ψώνια. Ήταν γύρω στις 10 το πρωί και αντιληφθήκαμε κόσμο να τρέχει προς το λιμάνι. Ακολουθήσαμε κι εμείς και τότε είδαμε πως έξω από το λιμάνι είχαν έρθει 4 αγγλικά πολεμικά και 7 μεγάλα μεταγωγικά, από ένα από τα οποία προερχόταν μια ατμάκατος γεμάτη με ινδούς στρατιώτες, που κατευθυνόταν στο μέσα λιμάνι. Μη ξεχνάτε, πως εκείνες τις ημέρες στην Αθήνα μαίνονταν οι μάχες μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Άγγλων.


Ήταν η πρώτη απόπειρά τους να αποβιβάσουν στρατό στη Μυτιλήνη, η οποία, σημειωτέον, μαζί με τη Σάμο ήταν τα μόνα νησιά του Αιγαίου που βρίσκονταν σταθερά κάτω από τον έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Από την Απελευθέρωση και μετά στο νησί υπήρχε κάποια δυαδική εξουσία. Από τη μια υπήρχε η εξουσία του ΕΑΜ, με δικιά της Τοπική Αυτοδιοίκηση, Νομάρχη, Πολιτοφυλακή και το 22ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Από την άλλη υπήρχε η Συμμαχική Αποστολή από καμιά δεκαριά αξιωματικούς (όλους Άγγλους), η (ελληνική) Ναυτική Διοίκησις Αιγαίου, με τον πλοίαρχο Μίλτωνα Ιατρίδη (αυτόν του «Παπανικολή»), ένα άγημα ναυτών και το αντιτορπιλικό «Αετός», που ήταν αραγμένο στο μέσα λιμάνι και μία διμοιρία Ιερολοχιτών. Όλοι αυτοί όμως δεν είχαν καμιάν ουσιαστική δύναμη, αλλά σε συνεργασία με τους ντόπιους αντιδραστικούς βυσσοδομούσαν κατά της εαμικής εξουσίας.
Με την αποβίβαση των ινδικών στρατευμάτων θα αποχτούσαν τη δύναμη που δεν είχαν και θα ανέτρεπαν την εαμοκρατία, όπως είχαν κάνει, από τον Σεπτέμβρη ήδη, στη Χίο, τη Λήμνο και τις Κυκλάδες. Η ηγεσία του ΕΑΜ ήταν ενήμερη για τις προθέσεις των Άγγλων, γιατί από την προηγούμενη βδομάδα η Συμμαχική Αποστολή στη Μυτιλήνη είχε συγκεντρώσει στα Μπλόκια (τον προσφορότερο χώρο αποβίβασης – εκεί που σήμερα αράζουν τα φερυ-μπωτ), όλα τα φορτηγά αυτοκίνητα της Ούνρα, που είχαν έρθει με την απελευθέρωση στο νησί για τη μεταφορά στα χωριά της συμμαχικής βοήθειας.
Η απόπειρα αποκρούστηκε αμέσως από εκατοντάδες πολίτες, που με φωνές, σπρωξιές, μπαστουνιές και ομπρελιές (ψιλόβρεχε), εμπόδισαν τους ινδούς να πατήσουν καν το πόδι τους στο μουράγιο. Θυμάμαι τον πατέρα μου, κραδαίνοντας την ομπρέλα του να πρωτοστατεί στην απώθηση.
Αμέσως άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες όλων των εκκλησιών και σε όλες τις γειτονιές βγήκαν συνεργεία της ΕΠΟΝ και με χωνιά ξεσήκωσαν τον κόσμο. Σε λίγο είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες στα Μπλόκια.
Με την αποβίβαση των ινδικών στρατευμάτων θα αποχτούσαν τη δύναμη που δεν είχαν και θα ανέτρεπαν την εαμοκρατία, όπως είχαν κάνει, από τον Σεπτέμβρη ήδη, στη Χίο, τη Λήμνο και τις Κυκλάδες. Η ηγεσία του ΕΑΜ ήταν ενήμερη για τις προθέσεις των Άγγλων, γιατί από την προηγούμενη βδομάδα η Συμμαχική Αποστολή στη Μυτιλήνη είχε συγκεντρώσει στα Μπλόκια (τον προσφορότερο χώρο αποβίβασης – εκεί που σήμερα αράζουν τα φερυ-μπωτ), όλα τα φορτηγά αυτοκίνητα της Ούνρα, που είχαν έρθει με την απελευθέρωση στο νησί για τη μεταφορά στα χωριά της συμμαχικής βοήθειας.
Η απόπειρα αποκρούστηκε αμέσως από εκατοντάδες πολίτες, που με φωνές, σπρωξιές, μπαστουνιές και ομπρελιές (ψιλόβρεχε), εμπόδισαν τους ινδούς να πατήσουν καν το πόδι τους στο μουράγιο. Θυμάμαι τον πατέρα μου, κραδαίνοντας την ομπρέλα του να πρωτοστατεί στην απώθηση.
Αμέσως άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες όλων των εκκλησιών και σε όλες τις γειτονιές βγήκαν συνεργεία της ΕΠΟΝ και με χωνιά ξεσήκωσαν τον κόσμο. Σε λίγο είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες στα Μπλόκια.
13 Οκτ 2013
Η κατοχική ΟΠΛΑ στην Αθήνα: τα πρόσωπα
Για τις απαρχές της ΟΠΛΑ γράφει ο Ιάσονας Χανδρινός, το βιβλίο (1) του οποίου αποτελεί τη βασική πηγή για το παρόν ποστ:
Όταν το 1943 η αλλαγή στη στοχοθεσία του Κόμματος επέβαλε τη συγκρότηση ομάδων περιφρούρησης, δρομολογήθηκε η μετάβαση από το «περιφρουρητικό» στο «τιμωρητικό». Ήταν το καθοριστικό άλμα από την περιφρουρούμενη μαζικότητα στην ατομική τρομοκρατία (…) Οι διαθέσιμες πηγές δεν μας επιτρέπουν να τοποθετήσουμε την ύπαρξη της οργάνωσης ως συγκροτημένου σχήματος πριν από το φθινόπωρο του 1943.
Στην πρώτη (;) προκήρυξη της ΟΠΛΑ, αναφέρεται χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων:
Σύμμαχοι, συνεργοί και βοηθοί των κατακτητών ενάντια στο λαό είναι οι οργανώσεις που καθοδηγούνται και πληρώνονται από το Βασιληά. Τον Γκλύξμπουργκ τον υπεύθυνο υποκινητή εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Το βασιληά που με τους Παπαδόγκωνες, Χρυσοχόου και άλλους αποβλέπει να διαλύσει με τη βοήθεια των Γερμανών τις πραγματικές ενθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις, να ξανάλθει στην Ελλάδα και να καταλάβει την εξουσία.
Όλοι αυτοί, κατακτητές, προδοτική Κυβέρνηση, αντιδραστικές οργανώσεις, εξοπλίζουν σήμερα σώμα δολοφόνων που ονομάζουν Ειδική Ασφάλεια και που σ’ αυτό στρατολογούνται γνωστά καθάρματα του ΕΔΕΣ, της ΕΣΠΟ, της Χ, της Εθν. Δράσης…
Όταν το 1943 η αλλαγή στη στοχοθεσία του Κόμματος επέβαλε τη συγκρότηση ομάδων περιφρούρησης, δρομολογήθηκε η μετάβαση από το «περιφρουρητικό» στο «τιμωρητικό». Ήταν το καθοριστικό άλμα από την περιφρουρούμενη μαζικότητα στην ατομική τρομοκρατία (…) Οι διαθέσιμες πηγές δεν μας επιτρέπουν να τοποθετήσουμε την ύπαρξη της οργάνωσης ως συγκροτημένου σχήματος πριν από το φθινόπωρο του 1943.
Στην πρώτη (;) προκήρυξη της ΟΠΛΑ, αναφέρεται χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων:
Σύμμαχοι, συνεργοί και βοηθοί των κατακτητών ενάντια στο λαό είναι οι οργανώσεις που καθοδηγούνται και πληρώνονται από το Βασιληά. Τον Γκλύξμπουργκ τον υπεύθυνο υποκινητή εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Το βασιληά που με τους Παπαδόγκωνες, Χρυσοχόου και άλλους αποβλέπει να διαλύσει με τη βοήθεια των Γερμανών τις πραγματικές ενθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις, να ξανάλθει στην Ελλάδα και να καταλάβει την εξουσία.
Όλοι αυτοί, κατακτητές, προδοτική Κυβέρνηση, αντιδραστικές οργανώσεις, εξοπλίζουν σήμερα σώμα δολοφόνων που ονομάζουν Ειδική Ασφάλεια και που σ’ αυτό στρατολογούνται γνωστά καθάρματα του ΕΔΕΣ, της ΕΣΠΟ, της Χ, της Εθν. Δράσης…
22 Απρ 2013
Βασίλης Ζάννος
Τον Οκτώβρη του 1944, όταν οι Γερμανοί εγκαταλείπουν την Αθήνα, το
οπλοστάσιο της «Luftwaffe», στο Παλαιό Φάληρο, πέφτει άθικτο στα χέρια
της ομάδας του Βασίλη Ζάννου - Γραμματέα της Πολιτοφυλακής Παλαιού
Φαλήρου. Πρόκειται για πολεμοφόδια και οπλισμό μεγάλης ποσότητας. Ο
Βασίλης Ζάννος ειδοποιεί τις οργανώσεις που τα προωθούν στα τμήματα του
αγωνιζόμενου ακόμα ΕΛΑΣ στις βορινότερες περιοχές της χώρας.
Ο Βασίλης Ζάννος υπήρξε μέλος του ΚΚΕ από τα φοιτητικά του χρόνια (σπούδασε μουσική) και καθοδηγητής τόσο της Λαϊκής Πολιτοφυλακής Παλαιού Φαλήρου κατά τη διάρκεια της Κατοχής όσο και της παράνομης κομματικής οργάνωσης των εξορίστων του ΚΚΕ στις Ράχες Ικαρίας. Κατά την Κατοχή αλλά και στην Εξορία γνωρίστηκε και ανέπτυξε φιλία με τον Μίκη Θεοδωράκη.
Στην Ικαρία τοποθετήθηκε υπεύθυνος διαφώτισης των εξορίστων και συνεργάστηκε με το συνθέτη σε ζητήματα ασφαλείας της ζωής στο νησί. Μαζί το 1946 εξουδετέρωσαν τον μηχανισμό της Ασφάλειας που είχε τοποθετηθεί ανάμεσα στους εξόριστους για να τους παρακολουθεί και να συλλέγει επιβαρυντικά στοιχεία για τις διάφορες δικαστικές υποθέσεις τους.
Χαρακτηριστικό της απαράμιλλης ευαισθησίας και του πνεύματος συντροφικότητας που τον διακατείχε αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Θεοδωράκη Δρόμοι του Αρχάγγελου το περιστατικό αναφέρεται στην υποδοχή των εξορίστων από την κομματική οργάνωση εξορίστων Ικαρίας το 1946: «... Ένας νέος κάθεται σ' ένα σκαμνί, κουλουριασμένος. Μάλλον θα πρέπει να πονάει η κοιλιά του. Πάνω στο τραπέζι μια πατάτα.... Αναγνωρίζω τον Βασίλη Ζάννο. Είχα να τον δω από τότε. "Τι έχεις" του λέω; "Πεθαίνω απ' την πείνα" "Και γιατί δεν τρως την πατάτα σου;" "Τη φυλάω μπας κι έρθει κανένας καθυστερημένος". Και όλο το αυτί του, πράγματι προς το μονοπάτι. Ηρθε κι αυτός ο καθυστερημένος κι ο Βασίλης έτρεξε να τον υποδεχτεί. Του 'φτιαξε τόπο να πλαγιάσει και του 'δωσε και την πατάτα του ολόκληρη. Δεν είχα δει ποτέ μου τέτοιο πράγμα...».
Στην Ικαρία ο συνθέτης συναντά τον Βασίλη Ζάννο κάθε Πέμπτη. «... Μόλις τελειώναμε με τα κομματικά, συνέχιζα με τη μουσική». Εκεί ο Μίκης του τραγουδά τα μουσικά θέματα από την «Ελληνική Αποκριά» και άλλες συνθέσεις που έχει γράψει στο νησί.
Την εκτέλεση του Βασίλη Ζάννου ο συνθέτης την πληροφορείται στη δεύτερη εξορία του στην Ικαρία. Τον πιάσανε με την υπόθεση Χρήστου Λαδά. «Στην ασφάλεια... τον είχαν γυμνό και δεμένο πάνω στον πάσσαλο, σαν το Χριστό. Την ημέρα που θα τον εκτελούσαν, μαζί με τον Μακρίδη, τον Ψωμιάδη και τους άλλους, βάλανε στο κελί τους ένα μουσικό... Ηταν γνώριμοι από την Ικαρία... Ο Ζάννος γυρίζει και του λέει: "Μίλησέ μας για τη σχολή των βεριστών". "Τι τις θέλουν τις γνώσεις", σκέφτηκε ο μουσικός, "αφού σε λίγες ώρες τα μυαλά τους θα είναι χώμα;"... Άρχισε να τους λέει για τον Λεονκαβάλο και τον Πουτσίνι. "Και τι είναι αυτό;" να ρωτά ο Βασίλης..."Λες, σκεφτόταν ο μουσικός, και πως αυτό το ερώτημα τον έκαιγε αληθινά, κι έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει, ένα μέτρο πριν από το θάνατο"».
Πριν την εκτέλεση τους βασάνισαν φρικτά για τελευταία φορά. Οδηγώντας τους προς το εκτελεστικό απόσπασμα, ο Βασίλης Ζάννος φωνάζει: «"Με χορό, σύντροφοι, με χορό και με τραγούδι να πάμε στο θάνατο...". Κι άρχισε να τραγουδάει "Στη στεριά δε ζει το ψάρι"». Στους στρατιώτες που ετοιμάζονται να τον εκτελέσουν λέει: «Αδέρφια, δεν έχουμε μίσος για σας. Πεθαίνουμε για την πατρίδα. Πεθαίνουμε για τη λευτεριά. Πεθαίνουμε και για σας». Μερικοί συγκινούνται τόσο που αρνούνται να στοχεύσουν στην καρδιά. Ένας ασφαλίτης, βρίζοντας, άρχισε να τους γαζώνει με το αυτόματο...
Στη μνήμη του Βασίλη Ζάννου ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε το έργο με τίτλο: "Θρήνος για το Βασίλη Ζάννο"
Ο Βασίλης Ζάννος υπήρξε μέλος του ΚΚΕ από τα φοιτητικά του χρόνια (σπούδασε μουσική) και καθοδηγητής τόσο της Λαϊκής Πολιτοφυλακής Παλαιού Φαλήρου κατά τη διάρκεια της Κατοχής όσο και της παράνομης κομματικής οργάνωσης των εξορίστων του ΚΚΕ στις Ράχες Ικαρίας. Κατά την Κατοχή αλλά και στην Εξορία γνωρίστηκε και ανέπτυξε φιλία με τον Μίκη Θεοδωράκη.
Στην Ικαρία τοποθετήθηκε υπεύθυνος διαφώτισης των εξορίστων και συνεργάστηκε με το συνθέτη σε ζητήματα ασφαλείας της ζωής στο νησί. Μαζί το 1946 εξουδετέρωσαν τον μηχανισμό της Ασφάλειας που είχε τοποθετηθεί ανάμεσα στους εξόριστους για να τους παρακολουθεί και να συλλέγει επιβαρυντικά στοιχεία για τις διάφορες δικαστικές υποθέσεις τους.
Χαρακτηριστικό της απαράμιλλης ευαισθησίας και του πνεύματος συντροφικότητας που τον διακατείχε αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Θεοδωράκη Δρόμοι του Αρχάγγελου το περιστατικό αναφέρεται στην υποδοχή των εξορίστων από την κομματική οργάνωση εξορίστων Ικαρίας το 1946: «... Ένας νέος κάθεται σ' ένα σκαμνί, κουλουριασμένος. Μάλλον θα πρέπει να πονάει η κοιλιά του. Πάνω στο τραπέζι μια πατάτα.... Αναγνωρίζω τον Βασίλη Ζάννο. Είχα να τον δω από τότε. "Τι έχεις" του λέω; "Πεθαίνω απ' την πείνα" "Και γιατί δεν τρως την πατάτα σου;" "Τη φυλάω μπας κι έρθει κανένας καθυστερημένος". Και όλο το αυτί του, πράγματι προς το μονοπάτι. Ηρθε κι αυτός ο καθυστερημένος κι ο Βασίλης έτρεξε να τον υποδεχτεί. Του 'φτιαξε τόπο να πλαγιάσει και του 'δωσε και την πατάτα του ολόκληρη. Δεν είχα δει ποτέ μου τέτοιο πράγμα...».
Στην Ικαρία ο συνθέτης συναντά τον Βασίλη Ζάννο κάθε Πέμπτη. «... Μόλις τελειώναμε με τα κομματικά, συνέχιζα με τη μουσική». Εκεί ο Μίκης του τραγουδά τα μουσικά θέματα από την «Ελληνική Αποκριά» και άλλες συνθέσεις που έχει γράψει στο νησί.
Την εκτέλεση του Βασίλη Ζάννου ο συνθέτης την πληροφορείται στη δεύτερη εξορία του στην Ικαρία. Τον πιάσανε με την υπόθεση Χρήστου Λαδά. «Στην ασφάλεια... τον είχαν γυμνό και δεμένο πάνω στον πάσσαλο, σαν το Χριστό. Την ημέρα που θα τον εκτελούσαν, μαζί με τον Μακρίδη, τον Ψωμιάδη και τους άλλους, βάλανε στο κελί τους ένα μουσικό... Ηταν γνώριμοι από την Ικαρία... Ο Ζάννος γυρίζει και του λέει: "Μίλησέ μας για τη σχολή των βεριστών". "Τι τις θέλουν τις γνώσεις", σκέφτηκε ο μουσικός, "αφού σε λίγες ώρες τα μυαλά τους θα είναι χώμα;"... Άρχισε να τους λέει για τον Λεονκαβάλο και τον Πουτσίνι. "Και τι είναι αυτό;" να ρωτά ο Βασίλης..."Λες, σκεφτόταν ο μουσικός, και πως αυτό το ερώτημα τον έκαιγε αληθινά, κι έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει, ένα μέτρο πριν από το θάνατο"».
Πριν την εκτέλεση τους βασάνισαν φρικτά για τελευταία φορά. Οδηγώντας τους προς το εκτελεστικό απόσπασμα, ο Βασίλης Ζάννος φωνάζει: «"Με χορό, σύντροφοι, με χορό και με τραγούδι να πάμε στο θάνατο...". Κι άρχισε να τραγουδάει "Στη στεριά δε ζει το ψάρι"». Στους στρατιώτες που ετοιμάζονται να τον εκτελέσουν λέει: «Αδέρφια, δεν έχουμε μίσος για σας. Πεθαίνουμε για την πατρίδα. Πεθαίνουμε για τη λευτεριά. Πεθαίνουμε και για σας». Μερικοί συγκινούνται τόσο που αρνούνται να στοχεύσουν στην καρδιά. Ένας ασφαλίτης, βρίζοντας, άρχισε να τους γαζώνει με το αυτόματο...
Στη μνήμη του Βασίλη Ζάννου ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε το έργο με τίτλο: "Θρήνος για το Βασίλη Ζάννο"
Οι τελευταίες λέξεις του Βασίλη Ζάννου
"Είμαι ευτυχής γιατί πέφτω όρθιος και δε ζω σούρνοντας. Ετσι
μας έμαθε κάποιος του οποίου παιδιά είμαστε... Ματώσαμε τα
πόδια, βάψαμε με αίμα το μονοπάτι, το μονοπάτι να γίνει δρόμος
και ο δρόμος λεωφόρος για να βαδίσουν όλα τα παιδιά της
Ελλάδας και όλου του κόσμου χωρίς κόπο.... από το αίμα το δικό
μας θα μεγαλώσει το δέντρο της λευτεριάς και της ειρήνης... Στο
θάλαμο αυτό τώρα δα είμαστε 27. Αν θα μπορούσατε να μας
βλέπατε, δε θα αισθανόσαστε τίποτε άλλο παρά να τραγουδήσετε
μαζί και να γελάσετε. Δεν είναι δυνατόν να φανταστείτε τι
καλαμπούρι γίνεται. Σκέτος χορός, τραγούδια λαϊκά του αγώνα και άλλα. Κι όμως σε 7 ώρες δε θα ζει κανένας
μας.."
Γιά την εκτέλεση του Χρήστου Λα δά μπορείτε να διαβάσετε εδώ
30 Μαρ 2013
Τιμόκλη, φέτος να σμίγουμε ξανά
Με το Θωμά δουλεύουμε χρόνια μαζί. Κάθε χρόνο με καλεί στη γιορτή
του, στο χωριό. Έλα, γιατρέ, θάχει και κεμετζέν. Φέτος ντράπηκα να
ξαναπώ θα δούμε κι είπα θάρθω.
Φτάσαμε με τη γυναίκα μου στο χωριό, λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ το Κιλκίς, αλλά στο σπίτι του Θωμά δεν ήταν κανένας. Θα ‘ναι στα μνήματα. Ωραία, πάμε.
Τα μνήματα είναι σ’ ένα όμορφο λοφάκι, αντίκρυ στο χωριό. Γεμάτα κόσμο. Δυο παπάδες έψελναν με τη σειρά, τρεις λύρες έπαιζαν εδώ κι εκεί. Οι γυναίκες κερνούσαν γλυκά, ψωμάκια και μεζέδες, οι άντρες τσίπουρο και κρασί. Εντόπισα το Θωμά και προχωρήσαμε προς το μέρος του. Μας καλοσώρισε, αλλά έμοιαζε ζεματισμένος. Ο πάππος. Ε, τι έπαθε ο πάππος; Ρεζίλ’ εγέντουνε, εκατό χρονών άνθρωπος…
Τον είδα τον πάππο- Θωμά, δυο μνήματα παρακεί. Ένα μνημείο του χρόνου. Φορούσε τραγιάσκα, μουρμούριζε λόγια ακατάληπτα σε μένα και έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του. Ο εγγονός Θωμάς τον πλησίασε και τον έπιασε με τα δυο του χέρια. Έλα παππού, να πηγαίνομε. Φτάνει τόσο… Ο παππούς υπάκουσε και ακολούθησε ειρηνικά. Τότε είδα δυο ονόματα στον τάφο που στεκόταν: Ανάργυρος, ετών 36, 4 Νοεμβρίου 1944. Τιμόκλεια, ετών 92, 8 Αυγούστου 2007. Τότε κατάλαβα τη φούρια του εγγονού Θωμά, αλλά και τα τελευταία λόγια του πάππου Θωμά. Τιμόκλη, φέτος να σμίγουμε ξανά.
Εκείνο το φθινόπωρο ήταν άγριο. Όχι γιατί χάλασε ο καιρός νωρίς, ο καιρός πήγαινε με τα συνηθισμένα του. Άγρια και ξαφνικά ήταν τα φερσίματα των ανθρώπων. Η Τιμόκλεια δεν έδινε μεγάλη σημασία, είχε το δικό της ντέρτι.
Πρωτομηνιά ήταν, του Νοέμβρη. Στο χωριό δε σταματούσαν τα σούρτα φέρτα, οι αγριοφωνάρες των αντρών, τα πνιχτά κλάματα των γυναικών. Οι Γερμανοί είχαν φύγει. Οι πρόσφυγες ετοιμαζόντουσαν να ξεκαθαρίσουν τους δικούς τους λογαριασμούς.
Η Τιμόκλεια δε νοιαζόταν για τον άντρα της. Νοιαζόταν για το Θωμά. Και οι δυο είχαν πάρει όπλα και οι δύο είχαν «εκτεθεί» – χωρίς να έχουν κάνει τίποτα παραπανίσιο. Περισσότερο είχε φανεί ο Θωμάς. Και τώρα τους καλούσαν όλους να πάνε να κλειστούν στο Κιλκίς, για να αντισταθούν στους κομμουνιστές.
«Κοίτα κακομοίρη μου μη το κουνήσεις απ’ το χωριό… άσε τους παλαβούς να τρέχουν…». Ο Θωμάς άνοιξε το στόμα να φέρει αντίρρηση, αλλά η Τιμόκλη κόλλησε πάνω του. Άνοιξε ολόκληρη, κορμί ψυχή ν’ αχνίζουν, τον έκλεισε μέσα της, τον φυλάκισε. Ο Θωμάς δεν εμφανίστηκε στην πλατεία το μεσημέρι, όπως ήταν η συμφωνία, για να ξεκινήσουν όλοι μαζί.
Εκεί ήταν το υπόλοιπο χωριό. Με τα πόδια θα πήγαιναν, κάτι παραπάνω από δυο ώρες δρόμος είναι το Κιλκίς. Ένα τίποτα για τους σκληραγωγημένους πρόσφυγες. Οι άντρες αρματωμένοι, οι γυναίκες να τους δίνουν το σακούλι με τα προσφάγια, τα παιδιά να χοροπηδάνε ενθουσιασμένα.
«Φεύγω Τιμόκλη…» είπε ο Ανάργυρος «το νου σου στα παιδιά και το σπίτι!». Η Τιμόκλη κάτι μουρμούρισε, ο Ανάργυρος έσκυψε προς το μέρος της σα να ήθελε να τη φιλήσει, αλλά κρατήθηκε. Τέτοιες οικειότητες μπροστά σε κόσμο δεν τις συνήθιζαν τα αντρόγυνα. Τελικά ο Ανάργυρος αγκάλιασε τις κόρες του, μικρές και κλαψιάρες και οι τρεις. Πριν το καταλάβουν, χωρίστηκαν.
Οι επόμενες μέρες ήταν ο μήνας του μέλιτος για το παράνομο ζευγάρι. Η Τιμόκλεια έστελνε τις κόρες της στη μάνα της, στην άλλη άκρη του χωριού, τάχα για να μην τις έχει στα πόδια της, στις δουλειές της. Και ο Θωμάς υποτίθεται ότι κρυβόταν, για να μη τον βρει ο ΕΛΑΣ. Εν μέρει σωστό, αλλά κρυβόταν κατά απόλυτη προτίμηση εκεί που βρισκόταν η Τιμόκλη.
Ένα χρόνο τώρα τραβούσε η ιστορία. Παραπάνω από χρόνο, γιατί έσπαζαν ακόμα καπνά στα χωράφια, όταν τα έφτιαξαν. Σχεδόν χωρίς να πουν κουβέντα. Κοιταζόντουσαν μονάχα οι δυο τους και έπαιρναν φωτιά. Ώσπου ένα ξημέρωμα, με τ’ αστέρια ακόμα ψηλά, ο Θωμάς άπλωσε το χέρι του και την άγγιξε στον ώμο. Κι αυτή, αντί να τραβηχτεί, έπεσε πάνω του κι έσμιξαν για πρώτη φορά εκεί, πάνω στο χώμα, ανάμεσα στα πυκνά πράσινα φύλλα.
Ποτέ δεν είχαν χρόνο. Λίγα λεπτά, λίγη ώρα κάθε φορά, στα κλεφτά. Οι παρέες τους στα χωράφια ήταν πάντοτε λίγα μέτρα παρακεί. Κι όταν χειμώνιασε και άρχισαν να βρίσκονται στο χωριό, οι δυσκολίες ήταν ακόμα περισσότερες, καθώς τα σπίτια και τα παράσπιτα και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με παιδιά και γυναικομάνι. Αλλά, τίποτα δε μπορούσε να τους κρατήσει μακριά. Ο Θωμάς τρύπωνε στον αχυρώνα, ακριβώς αποκάτω από το σπίτι της Τιμόκλειας και κείνη κατέβαινε, τάχα να ταΐσει τα κτήνη. Εκεί, στο στεγνό κομμάτι με τα άχυρα, έσμιξαν αμέτρητες φορές, με τον πόθο να ξαναφουντώνει αμέσως μόλις έσβηνε, ακόμα πιο δυνατός, αλλά χωρίς άλλο. Άλλες φορές βρισκόντουσαν στο εκκλησάκι του Αγίου Ευγενίου, έξω από το χωριό, με φοβερές τύψεις, γιατί και οι δυο τους ήταν θεοσεβούμενοι. Αλλά, τις περισσότερες φορές έσμιγαν στα χωράφια, ολιγόλεπτοι δραπέτες από την ίδια τους τη ζωή.
Κι όμως, για πολύν καιρό κανένας δεν τους μυρίστηκε – εκτός από την Σοφία. Η γυναίκα του Θωμά, είχε καταλάβει τα πάντα, εδώ και καιρό, αλλά τι να πει; Τα κατάπινε και περίμενε. Συλλογιζόταν μονάχα τι μάγια είχε κάνει αυτή η σκύλα στον άντρα της. Γιατί, κάνοντας τις συγκρίσεις, εκείνη ήταν και πιο νέα και πιο ψηλή και πιο όμορφη. Και του είχε κάνει και δυο αγόρια. Μια μέρα κόντεψε να τρελαθεί όταν είδε με τα μάτια της το Θωμά να πετάει σ’ ένα φράχτη το φαΐ που του είχε βάλει για το χωράφι. Δε θα έμενε νηστικός βέβαια, θα έτρωγε το φαγητό αυτηνής. Και όχι μονάχα το φαγητό της… Γιατί και στο κρεβάτι, μήνες τώρα ο Θωμάς δεν την είχε αγγίξει. Αλλά που να τα πει αυτά, τα ανήκουστα; Τα έλεγε μονάχα στην Παναγία, σιωπηλά, κάθε Κυριακή και σε κάθε άλλη περίσταση που πήγαινε στην εκκλησία. Αλλά, κι από κει φως δεν έβλεπε. Και, τελευταία, άρχισαν να φτάνουν στ’ αυτιά της τα κουτσομπολιά. Εικασίες, γιατί κανένας δεν είχε υπάρξει αυτόπτης. Αλλά το μυστικό παραήταν μεγάλο για να κρατηθεί επ’ αόριστον μυστικό… Κι αν δεν ήταν τότε τα πολιτικά, ο μεγάλος πόλεμος ανάμεσα στις δυο ένοπλες παρατάξεις και τα φονικά και ο φόβος και η αγωνία για το τι θα ξημερώσει, θα τους είχαν γράψει οι εφημερίδες από καιρό. Αλλά η ματωμένη σκόνη της εποχής άφηνε ακόμα και τέτοιες υποψίες ανεξερεύνητες, στο σκοτάδι.
Ο Θωμάς πέρασε αμέσως μόλις έφυγαν οι άλλοι για το Κιλκίς, από το στάβλο στο κρεβάτι της Τιμόκλης. Εκεί, για πρώτη φορά, έσμιξαν με την άνεσή τους. Με το όπλο και τις γεμιστήρες από δίπλα, με έτοιμη τη διαφυγή και μελετημένη την απόκρυψη στην παραμικρή εμφάνιση κάποιου ελασίτικου αποσπάσματος ή καμιάς γειτόνισσας. Με υφαντά σεντόνια κάτω από τα κορμιά τους, αντί για χώμα ή άχυρα. Και με τη δυνατότητα, καθώς για πρώτη φορά έβλεπαν ο ένας τον άλλον χωρίς τα χωριατόρουχα, να σβήνουν και να ξανασβήνουν τον πόθο, κατά βούληση.
Κάποιες φορές αναρωτήθηκαν για το αύριο, αλλά απάντηση δεν υπήρχε. Δεν τολμούσε κανένας από τους δυο τους να σκεφτεί φωναχτά αυτό που έλεγε και ξαναέλεγε από μέσα του: κι αν ο Ανάργυρος δε γυρίσει; Κανείς τους δεν πρότεινε να παρατήσουν τα παιδιά και τα σπίτια τους και να φύγουν, για Θεσσαλονίκη ή Αθήνα. Ούτε η Τιμόκλη ούτε ο Θωμάς θα άφηναν ποτέ τα παιδιά τους, ταγμένοι στον αταβιστικό νόμο του καθήκοντος. Έβλεπαν ότι η μοναδική πραγματική λύση θα ήταν να σταματήσουν. Αλλά αυτό δεν ήταν λύση, ήταν θάνατος.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το παράνομο ερωτικό συναπάντεμα. Τα ξημερώματα της 4ης Νοεμβρίου όλο το χωριό ξύπνησε από υπόκωφα μπουμπουνητά, που ερχόντουσαν από τη μεριά του Κιλκίς. Ντύσου και φύγε, είπε η Τιμόκλη και έτρεξε στης μάνας της, να βρει τις θυγατέρες της. Κι ο Θωμάς πέρασε από το σπίτι του. Είμαι καλά, Τσόφα, είπε στη γυναίκα του. Θα κρύβομαι πάνω, στο λόγγο. Όποιος με ζητήσει θα λες πήγε στο κυνήγι.
Η μάχη ακουγόταν στο χωριό ώρες πολλές. Κάποτε ησύχασε. Τρεις μέρες μετά έφεραν τους έντεκα σκοτωμένους του χωριού όλους μαζί, στην καρότσα ενός φορτηγού που διέθεσε ο ΕΛΑΣ. Όλο το χωριό ήταν στην κηδεία και έκλαιγε – και οι πολιτικά αντίθετοι, γιατί οι νεκροί ήταν λίγο πολύ συγγενείς τους, γείτονές τους, παιδικοί φίλοι. Εκτός από το Θωμά, ο οποίος είχε γίνει άφαντος. Και η Τιμόκλη ήταν εκεί, με τα τρία κορίτσια της στα μαύρα. Ο πληθυσμός του νεκροταφείου διπλασιάστηκε, σχεδόν, σε μια μέρα.
Το Θωμά τον αναζητούσε επίμονα ο ΕΛΑΣ, αλλά εκείνος κατάφερε να συναντήσει μια μεγάλη ομάδα της δικής του παράταξης, που δεν είχε μπει στο Κιλκίς, αλλά έμεινε στα βουνά και έτσι δεν τον βρήκαν. Στο χωριό επέστρεψε λίγους μήνες πιο ύστερα, μετά τη Βάρκιζα.
Μετά το σπίτι του, διακριτικά αλλά χωρίς να κρύβεται, πήγε ως το σπίτι της Τιμόκλης, για τα συλλυπητήρια. Είχε μαζί του και τα δυο αγόρια του, τα οποία όμως έμειναν στο δρόμο για παιγνίδι.
Η Τιμόκλη φούρνιζε ψωμί όταν τον είδε. Στα μαύρα, με το μαντίλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι. Δε σταμάτησε τη δουλειά της. Εκείνος δε μπορούσε να πει κουβέντα. Φύγε, του είπε ήσυχα. Τελείωσε… Ο Θωμάς κατάλαβε και έφυγε.
Έζησαν στο ίδιο χωριό τις επόμενες δεκαετίες. Τα σπίτια τους ήταν γειτονιά, αλλά ελάχιστες φορές συναντήθηκαν και ποτέ μόνοι. Ο Θωμάς επιζητούσε για πολλά χρόνια να ξανασμίξουν, αλλά μάταια. Η Τιμόκλεια δεν άφησε κανένα περιθώριο. Ούτε καν του εξήγησε. Δεν του είπε τίποτα για τα όνειρα που έβλεπε, ούτε για την αποβολή που είχε, λίγες μέρες μετά την κηδεία του Ανάργυρου. Αφοσιώθηκε στις κόρες της, τις μικροπάντρεψε, απόχτησε γρήγορα εγγόνια. Όλοι στο σπίτι της την κοιτούσαν στα μάτια, ο λόγος της ήταν νόμος. Και σύντομα απόχτησε σε όλο το χωριό τη φήμη της αυστηρής, προκομμένης και αξιοσέβαστης χήρας.
Ο Θωμάς στεναχωριόταν, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. Τα βρήκε και πάλι με τη γυναίκα του, γένησαν άλλα τρία παιδιά και έζησαν μαζί ειρηνικά ώσπου εκείνη έφυγε, πριν λίγα χρόνια.
Πηγή
Φτάσαμε με τη γυναίκα μου στο χωριό, λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ το Κιλκίς, αλλά στο σπίτι του Θωμά δεν ήταν κανένας. Θα ‘ναι στα μνήματα. Ωραία, πάμε.
Τα μνήματα είναι σ’ ένα όμορφο λοφάκι, αντίκρυ στο χωριό. Γεμάτα κόσμο. Δυο παπάδες έψελναν με τη σειρά, τρεις λύρες έπαιζαν εδώ κι εκεί. Οι γυναίκες κερνούσαν γλυκά, ψωμάκια και μεζέδες, οι άντρες τσίπουρο και κρασί. Εντόπισα το Θωμά και προχωρήσαμε προς το μέρος του. Μας καλοσώρισε, αλλά έμοιαζε ζεματισμένος. Ο πάππος. Ε, τι έπαθε ο πάππος; Ρεζίλ’ εγέντουνε, εκατό χρονών άνθρωπος…
Τον είδα τον πάππο- Θωμά, δυο μνήματα παρακεί. Ένα μνημείο του χρόνου. Φορούσε τραγιάσκα, μουρμούριζε λόγια ακατάληπτα σε μένα και έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του. Ο εγγονός Θωμάς τον πλησίασε και τον έπιασε με τα δυο του χέρια. Έλα παππού, να πηγαίνομε. Φτάνει τόσο… Ο παππούς υπάκουσε και ακολούθησε ειρηνικά. Τότε είδα δυο ονόματα στον τάφο που στεκόταν: Ανάργυρος, ετών 36, 4 Νοεμβρίου 1944. Τιμόκλεια, ετών 92, 8 Αυγούστου 2007. Τότε κατάλαβα τη φούρια του εγγονού Θωμά, αλλά και τα τελευταία λόγια του πάππου Θωμά. Τιμόκλη, φέτος να σμίγουμε ξανά.
Εκείνο το φθινόπωρο ήταν άγριο. Όχι γιατί χάλασε ο καιρός νωρίς, ο καιρός πήγαινε με τα συνηθισμένα του. Άγρια και ξαφνικά ήταν τα φερσίματα των ανθρώπων. Η Τιμόκλεια δεν έδινε μεγάλη σημασία, είχε το δικό της ντέρτι.
Πρωτομηνιά ήταν, του Νοέμβρη. Στο χωριό δε σταματούσαν τα σούρτα φέρτα, οι αγριοφωνάρες των αντρών, τα πνιχτά κλάματα των γυναικών. Οι Γερμανοί είχαν φύγει. Οι πρόσφυγες ετοιμαζόντουσαν να ξεκαθαρίσουν τους δικούς τους λογαριασμούς.
Η Τιμόκλεια δε νοιαζόταν για τον άντρα της. Νοιαζόταν για το Θωμά. Και οι δυο είχαν πάρει όπλα και οι δύο είχαν «εκτεθεί» – χωρίς να έχουν κάνει τίποτα παραπανίσιο. Περισσότερο είχε φανεί ο Θωμάς. Και τώρα τους καλούσαν όλους να πάνε να κλειστούν στο Κιλκίς, για να αντισταθούν στους κομμουνιστές.
«Κοίτα κακομοίρη μου μη το κουνήσεις απ’ το χωριό… άσε τους παλαβούς να τρέχουν…». Ο Θωμάς άνοιξε το στόμα να φέρει αντίρρηση, αλλά η Τιμόκλη κόλλησε πάνω του. Άνοιξε ολόκληρη, κορμί ψυχή ν’ αχνίζουν, τον έκλεισε μέσα της, τον φυλάκισε. Ο Θωμάς δεν εμφανίστηκε στην πλατεία το μεσημέρι, όπως ήταν η συμφωνία, για να ξεκινήσουν όλοι μαζί.
Εκεί ήταν το υπόλοιπο χωριό. Με τα πόδια θα πήγαιναν, κάτι παραπάνω από δυο ώρες δρόμος είναι το Κιλκίς. Ένα τίποτα για τους σκληραγωγημένους πρόσφυγες. Οι άντρες αρματωμένοι, οι γυναίκες να τους δίνουν το σακούλι με τα προσφάγια, τα παιδιά να χοροπηδάνε ενθουσιασμένα.
«Φεύγω Τιμόκλη…» είπε ο Ανάργυρος «το νου σου στα παιδιά και το σπίτι!». Η Τιμόκλη κάτι μουρμούρισε, ο Ανάργυρος έσκυψε προς το μέρος της σα να ήθελε να τη φιλήσει, αλλά κρατήθηκε. Τέτοιες οικειότητες μπροστά σε κόσμο δεν τις συνήθιζαν τα αντρόγυνα. Τελικά ο Ανάργυρος αγκάλιασε τις κόρες του, μικρές και κλαψιάρες και οι τρεις. Πριν το καταλάβουν, χωρίστηκαν.
Οι επόμενες μέρες ήταν ο μήνας του μέλιτος για το παράνομο ζευγάρι. Η Τιμόκλεια έστελνε τις κόρες της στη μάνα της, στην άλλη άκρη του χωριού, τάχα για να μην τις έχει στα πόδια της, στις δουλειές της. Και ο Θωμάς υποτίθεται ότι κρυβόταν, για να μη τον βρει ο ΕΛΑΣ. Εν μέρει σωστό, αλλά κρυβόταν κατά απόλυτη προτίμηση εκεί που βρισκόταν η Τιμόκλη.
Ένα χρόνο τώρα τραβούσε η ιστορία. Παραπάνω από χρόνο, γιατί έσπαζαν ακόμα καπνά στα χωράφια, όταν τα έφτιαξαν. Σχεδόν χωρίς να πουν κουβέντα. Κοιταζόντουσαν μονάχα οι δυο τους και έπαιρναν φωτιά. Ώσπου ένα ξημέρωμα, με τ’ αστέρια ακόμα ψηλά, ο Θωμάς άπλωσε το χέρι του και την άγγιξε στον ώμο. Κι αυτή, αντί να τραβηχτεί, έπεσε πάνω του κι έσμιξαν για πρώτη φορά εκεί, πάνω στο χώμα, ανάμεσα στα πυκνά πράσινα φύλλα.
Ποτέ δεν είχαν χρόνο. Λίγα λεπτά, λίγη ώρα κάθε φορά, στα κλεφτά. Οι παρέες τους στα χωράφια ήταν πάντοτε λίγα μέτρα παρακεί. Κι όταν χειμώνιασε και άρχισαν να βρίσκονται στο χωριό, οι δυσκολίες ήταν ακόμα περισσότερες, καθώς τα σπίτια και τα παράσπιτα και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με παιδιά και γυναικομάνι. Αλλά, τίποτα δε μπορούσε να τους κρατήσει μακριά. Ο Θωμάς τρύπωνε στον αχυρώνα, ακριβώς αποκάτω από το σπίτι της Τιμόκλειας και κείνη κατέβαινε, τάχα να ταΐσει τα κτήνη. Εκεί, στο στεγνό κομμάτι με τα άχυρα, έσμιξαν αμέτρητες φορές, με τον πόθο να ξαναφουντώνει αμέσως μόλις έσβηνε, ακόμα πιο δυνατός, αλλά χωρίς άλλο. Άλλες φορές βρισκόντουσαν στο εκκλησάκι του Αγίου Ευγενίου, έξω από το χωριό, με φοβερές τύψεις, γιατί και οι δυο τους ήταν θεοσεβούμενοι. Αλλά, τις περισσότερες φορές έσμιγαν στα χωράφια, ολιγόλεπτοι δραπέτες από την ίδια τους τη ζωή.
Κι όμως, για πολύν καιρό κανένας δεν τους μυρίστηκε – εκτός από την Σοφία. Η γυναίκα του Θωμά, είχε καταλάβει τα πάντα, εδώ και καιρό, αλλά τι να πει; Τα κατάπινε και περίμενε. Συλλογιζόταν μονάχα τι μάγια είχε κάνει αυτή η σκύλα στον άντρα της. Γιατί, κάνοντας τις συγκρίσεις, εκείνη ήταν και πιο νέα και πιο ψηλή και πιο όμορφη. Και του είχε κάνει και δυο αγόρια. Μια μέρα κόντεψε να τρελαθεί όταν είδε με τα μάτια της το Θωμά να πετάει σ’ ένα φράχτη το φαΐ που του είχε βάλει για το χωράφι. Δε θα έμενε νηστικός βέβαια, θα έτρωγε το φαγητό αυτηνής. Και όχι μονάχα το φαγητό της… Γιατί και στο κρεβάτι, μήνες τώρα ο Θωμάς δεν την είχε αγγίξει. Αλλά που να τα πει αυτά, τα ανήκουστα; Τα έλεγε μονάχα στην Παναγία, σιωπηλά, κάθε Κυριακή και σε κάθε άλλη περίσταση που πήγαινε στην εκκλησία. Αλλά, κι από κει φως δεν έβλεπε. Και, τελευταία, άρχισαν να φτάνουν στ’ αυτιά της τα κουτσομπολιά. Εικασίες, γιατί κανένας δεν είχε υπάρξει αυτόπτης. Αλλά το μυστικό παραήταν μεγάλο για να κρατηθεί επ’ αόριστον μυστικό… Κι αν δεν ήταν τότε τα πολιτικά, ο μεγάλος πόλεμος ανάμεσα στις δυο ένοπλες παρατάξεις και τα φονικά και ο φόβος και η αγωνία για το τι θα ξημερώσει, θα τους είχαν γράψει οι εφημερίδες από καιρό. Αλλά η ματωμένη σκόνη της εποχής άφηνε ακόμα και τέτοιες υποψίες ανεξερεύνητες, στο σκοτάδι.
Ο Θωμάς πέρασε αμέσως μόλις έφυγαν οι άλλοι για το Κιλκίς, από το στάβλο στο κρεβάτι της Τιμόκλης. Εκεί, για πρώτη φορά, έσμιξαν με την άνεσή τους. Με το όπλο και τις γεμιστήρες από δίπλα, με έτοιμη τη διαφυγή και μελετημένη την απόκρυψη στην παραμικρή εμφάνιση κάποιου ελασίτικου αποσπάσματος ή καμιάς γειτόνισσας. Με υφαντά σεντόνια κάτω από τα κορμιά τους, αντί για χώμα ή άχυρα. Και με τη δυνατότητα, καθώς για πρώτη φορά έβλεπαν ο ένας τον άλλον χωρίς τα χωριατόρουχα, να σβήνουν και να ξανασβήνουν τον πόθο, κατά βούληση.
Κάποιες φορές αναρωτήθηκαν για το αύριο, αλλά απάντηση δεν υπήρχε. Δεν τολμούσε κανένας από τους δυο τους να σκεφτεί φωναχτά αυτό που έλεγε και ξαναέλεγε από μέσα του: κι αν ο Ανάργυρος δε γυρίσει; Κανείς τους δεν πρότεινε να παρατήσουν τα παιδιά και τα σπίτια τους και να φύγουν, για Θεσσαλονίκη ή Αθήνα. Ούτε η Τιμόκλη ούτε ο Θωμάς θα άφηναν ποτέ τα παιδιά τους, ταγμένοι στον αταβιστικό νόμο του καθήκοντος. Έβλεπαν ότι η μοναδική πραγματική λύση θα ήταν να σταματήσουν. Αλλά αυτό δεν ήταν λύση, ήταν θάνατος.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το παράνομο ερωτικό συναπάντεμα. Τα ξημερώματα της 4ης Νοεμβρίου όλο το χωριό ξύπνησε από υπόκωφα μπουμπουνητά, που ερχόντουσαν από τη μεριά του Κιλκίς. Ντύσου και φύγε, είπε η Τιμόκλη και έτρεξε στης μάνας της, να βρει τις θυγατέρες της. Κι ο Θωμάς πέρασε από το σπίτι του. Είμαι καλά, Τσόφα, είπε στη γυναίκα του. Θα κρύβομαι πάνω, στο λόγγο. Όποιος με ζητήσει θα λες πήγε στο κυνήγι.
Η μάχη ακουγόταν στο χωριό ώρες πολλές. Κάποτε ησύχασε. Τρεις μέρες μετά έφεραν τους έντεκα σκοτωμένους του χωριού όλους μαζί, στην καρότσα ενός φορτηγού που διέθεσε ο ΕΛΑΣ. Όλο το χωριό ήταν στην κηδεία και έκλαιγε – και οι πολιτικά αντίθετοι, γιατί οι νεκροί ήταν λίγο πολύ συγγενείς τους, γείτονές τους, παιδικοί φίλοι. Εκτός από το Θωμά, ο οποίος είχε γίνει άφαντος. Και η Τιμόκλη ήταν εκεί, με τα τρία κορίτσια της στα μαύρα. Ο πληθυσμός του νεκροταφείου διπλασιάστηκε, σχεδόν, σε μια μέρα.
Το Θωμά τον αναζητούσε επίμονα ο ΕΛΑΣ, αλλά εκείνος κατάφερε να συναντήσει μια μεγάλη ομάδα της δικής του παράταξης, που δεν είχε μπει στο Κιλκίς, αλλά έμεινε στα βουνά και έτσι δεν τον βρήκαν. Στο χωριό επέστρεψε λίγους μήνες πιο ύστερα, μετά τη Βάρκιζα.
Μετά το σπίτι του, διακριτικά αλλά χωρίς να κρύβεται, πήγε ως το σπίτι της Τιμόκλης, για τα συλλυπητήρια. Είχε μαζί του και τα δυο αγόρια του, τα οποία όμως έμειναν στο δρόμο για παιγνίδι.
Η Τιμόκλη φούρνιζε ψωμί όταν τον είδε. Στα μαύρα, με το μαντίλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι. Δε σταμάτησε τη δουλειά της. Εκείνος δε μπορούσε να πει κουβέντα. Φύγε, του είπε ήσυχα. Τελείωσε… Ο Θωμάς κατάλαβε και έφυγε.
Έζησαν στο ίδιο χωριό τις επόμενες δεκαετίες. Τα σπίτια τους ήταν γειτονιά, αλλά ελάχιστες φορές συναντήθηκαν και ποτέ μόνοι. Ο Θωμάς επιζητούσε για πολλά χρόνια να ξανασμίξουν, αλλά μάταια. Η Τιμόκλεια δεν άφησε κανένα περιθώριο. Ούτε καν του εξήγησε. Δεν του είπε τίποτα για τα όνειρα που έβλεπε, ούτε για την αποβολή που είχε, λίγες μέρες μετά την κηδεία του Ανάργυρου. Αφοσιώθηκε στις κόρες της, τις μικροπάντρεψε, απόχτησε γρήγορα εγγόνια. Όλοι στο σπίτι της την κοιτούσαν στα μάτια, ο λόγος της ήταν νόμος. Και σύντομα απόχτησε σε όλο το χωριό τη φήμη της αυστηρής, προκομμένης και αξιοσέβαστης χήρας.
Ο Θωμάς στεναχωριόταν, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. Τα βρήκε και πάλι με τη γυναίκα του, γένησαν άλλα τρία παιδιά και έζησαν μαζί ειρηνικά ώσπου εκείνη έφυγε, πριν λίγα χρόνια.
Πηγή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




