Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξομολογήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξομολογήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Απρ 2015

Κομμουνιστής αξιωματικός στη διάρκεια της Χούντας - Κι όμως υπήρχαν

Κομμουνιστής αξιωματικός στη διάρκεια της χούντας. Κι όμως υπήρξαν. Ένας απ΄ αυτούς ο Γιώργος Γρηγοριάδης είχε μιλήσει στον Αντώνη Κακαρά.

Η ενδιαφέρουσα συνέντευξη θα δημοσιευθεί σε δύο μέρη λόγω του όγκου της.Με αφορμή τη μαύρη επέτειο της χούντας...
Πρώτο μέρος:
Ο γιατρός Γρηγοριάδης, πρώην Δήμαρχος Ηρακλείου
Ο Γρηγοριάδης είναι ο μόνος γνωστός αξιωματικός προελεύσεως μεταπολεμικά παραγωγικής σχολής στελεχών των ΕΔ (της Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων Θεσσαλονίκης- ΣΑΣ) που εντάχθηκε σε κομμουνιστική οργάνωση, συνελήφθη για την δραστηριότητά του στα πλαίσια αυτής της οργάνωσης στη διάρκεια της δικτατορίας, και δικάστηκε γι’ αυτό. 

Στη μεταπολίτευση ασχολήθηκε με την πολιτική και διετέλεσε Δήμαρχος Ηρακλείου Αττικής. Η ιδιότητα του γιατρού επισκίασε αυτήν του στρατιωτικού. (Η περίπτωση του Κ. Σειρηνίδη είναι διαφορετική και παρά την πίεση του γράφοντος, αρνήθηκε να καταγραφεί συζήτηση που διεξήχθη σπίτι του, επικαλούμενος ιδεολογικούς λόγους ως Αναρχικός, όπως δήλωσε. Εν τούτοις κάποια  στοιχεία που σχετίζονται με τη δικτατορία αλλά και με το ΚΚΕ παρατίθενται έστω σε υποσημείωση.[1])

14 Φεβ 2015

Σεξ, ρακόμελα και ξύλο

(Μια παράλογη, προβληματική, ανεξήγητη και κατά 90% αληθινή ερωτική ιστορία)
Όταν γνωριστήκαμε ήταν 25 χρονών, κι εγώ 31. Φορούσε ροκαμπίλι γυαλιά και φαινόταν πολύ αγχωμένη. Οι φίλοι της – αγόρια οι περισσότεροι –  την αγαπούσαν, σχεδόν την προστάτευαν, φοβόντουσαν μην τους σαλτάρει εντελώς με τέτοια μυαλά που κουβαλούσε.
Η γνωριμία μας είχε σαφή προσανατολισμό. Την φανταζόμουν διαρκώς πεσμένη στα τέσσερα κι εγώ ριγμένος στα γόνατα, ο μισός μέσα της και ο άλλος μισός σκυμμένος πάνω της, με τα χέρια μου να χαστουκίζουν το γυμνό της σώμα και τα δόντια μου να χώνονται στη λευκή σάρκα του σβέρκου της.

11 Απρ 2014

Περικλής Κοροβέσης Ποιητής, λογοτέχνης, αρθρογράφος, κοινωνικός ακτιβιστής.


Ποιητής, λογοτέχνης, αρθρογράφος, κοινωνικός ακτιβιστής. Είναι φτωχός σε υλικά αγαθά, πλούσιος όμως πολύ σε εμπειρίες.




Magnify Image
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO


  • Την Αθήνα πρωτογνώρισα κι αγάπησα ως πόλη της εφηβείας μου. Ήρθαμε οικογενειακώς από την Κεφαλονιά το ’57, εγκατασταθήκαμε στα Πατήσια κι έκτοτε δεν εγκατέλειψα ποτέ αυτήν τη γειτονιά. Ήταν, επιπλέον, η πόλη της ελευθερίας μου που απολάμβανα σε όλη της την έκταση διότι δούλευα, ξέρεις, εξαρχής, έβγαζα μεροκάματο, άρα ήμουν αυτόνομος! Η πρώτη μου απασχόληση ήταν σε μια ασφαλιστική στην πλατεία Αγίων Θεοδώρων, τύπου παιδί για όλες τις δουλειές. Έκανα θελήματα, χτύπαγα και κάνα συμβόλαιο στην ανάγκη, όντας εγγράμματος. Πήγαινα, παράλληλα, νυχτερινό στη Σχολή Εμποροϋπαλλήλων στη Μητρόπολη. Τα βράδια της σχόλης με έβρισκες στο Παλιό Πανεπιστήμιο, ένα γνωστό ταβερνείο της εποχής στη Θόλου, απ’ όπου συνήθιζα να επιστρέφω σπίτι πεζός.

21 Ιουν 2012

Η ζωή μας σε διακανονισμό

Δεν είμαστε άνθρωποι πια. Είμαστε απλήρωτοι λογαριασμοί.

Ψάχνουμε με σφιγμένο στόμα την αλληλογραφία. Όποιο γράφει το όνομα μας το έχει στείλει κάποια εταιρεία (ηλεκτρισμού, αερίου, υδρεύσεως, τηλεφωνίας) ή τράπεζα ή –το πιο τρομαχτικό απ’ όλα τα τέρατα- η εφορία αυτοπροσώπως.

Τους σχίζουμε προσεκτικά, κοιτάμε το ποσό –με γουρλωμένα μάτια, την προθεσμία και μετά τους....καταχωνιάζουμε σε ένα συρτάρι, σαν τις δυσάρεστες σκέψεις που νομίζουμε πως θα χαθούν αν τις απωθήσουμε στα σκονισμένα ντουλάπια του υποσυνείδητου.

Οι πιο θρήσκοι ψιθυρίζουν: «Έχει ο θεός» και κάνουν το σταυρό τους. Οι άλλοι, αυτοί που έχουν χάσει πια κάθε ελπίδα και κάθε πίστη, κοιτάνε αφηρημένα τον τοίχο και αναρωτιούνται τι θα επιλέξουν: Την αυτοκτονία ή την αυτοδικία;

Δεν είμαστε άνθρωποι πια. Είμαστε διακανονισμένοι λογαριασμοί.

Τρέχουμε από υπηρεσία σε εταιρεία και από τράπεζα σε εφορία με την απόγνωση παραμάσχαλα ζητώντας μια παράταση ζωής. Λίγες δόσεις παραπάνω, μια μικρότερη προκαταβολή, ένα βλέμμα κατανόησης από τον υπάλληλο που κοιτάει την οθόνη του υπολογιστή αποφεύγοντας να μας κοιτάξει στα μάτια.

Και μπροστά μας στην ουρά και πίσω μας στην ουρά, όλοι με το ίδιο αίτημα, όλοι με την ίδια απορία: «Πως θα βγουν τα κουκιά;» Και για πόσο καιρό θα ζούμε σαν τα ποντίκια, τρομαγμένα και ασήμαντα, γκρίζα και σκυθρωπά, χωρίς αγρό, χωρίς τυρί, μόνο με φάκες;

Δεν είμαστε άνθρωποι πια. Είμαστε εξώδικα.

Ζούμε υπό τη διαρκή απειλή για τη ζωή μας.

Μας προειδοποιούν ότι θα μας διακόψουν την τηλεφωνική σύνδεση, αλλά αυτό μπορούμε να το αντέξουμε. Ζει ο άνθρωπος και χωρίς τηλέφωνο, ίντερνετ και facebook.

Μας προειδοποιούν ότι θα μείνουμε χωρίς θέρμανση. Κι αυτό ίσως να το αντέξουμε. Μια ξυλόσομπα και πλήρη εξάρτηση ύπνου. Ίσως να αντέξουμε.

Μας απειλούν ότι θα μας κόψουν το ρεύμα. Αυτό δεν μπορούμε να το φανταστούμε, αλλά ίσως γίνεται. Να μαγειρεύουμε στο γκάζι, να ψωνίζουμε τρόφιμα που θα καταναλώνονται αυθημερόν, να πλένουμε τα ρούχα στο χέρι και να διαβάζουμε με λάμπες πετρελαίου.

Μας απειλούν να μας κατασχέσουν το σπίτι. Το σπίτι που έχτισε κάποιος πρόγονος, το σπίτι που αγοράσαμε με αίμα και ιδρώτα, το σπίτι μας. Αυτό δεν μπορούμε να το αντέξουμε. Ή μήπως μπορούμε; Ο άνθρωπος αντέχει τα πάντα, λένε κάποιοι.

Δεν είμαστε άνθρωποι πια. Είμαστε άβουλοι μηχανισμοί επιβίωσης.

Ανοίγουμε τα μάτια το πρωί –όσοι κατάφεραν να κοιμηθούν- και δε θέλουμε να σηκωθούμε από το κρεβάτι.

Ξέρουμε πως θα είναι η μέρα μας: Απλήρωτοι λογαριασμοί, νέα μέτρα για τη σωτηρία των τραπεζών, νέοι φόροι –πάλι για τη σωτηρία των τραπεζών, τρομοκρατία και απαξίωση της ανθρώπινης και εθνικής μας υπόστασης, ανεργία ή δουλειά για τετρακόσια ευρώ ή άδεια μαγαζιά, άδειες τσέπες, άδεια ψυγεία και άδειες ψυχές, θλίψη, κατάθλιψη και απόγνωση, ένας ακόμα άγνωστος που αυτοκτόνησε γιατί δεν άντεχε να ζει σαν δούλος, ένας ακόμα γνωστός που μετανάστευσε για να γίνει δούλος, δημοσιογράφοι και πολιτικοί που μας υπενθυμίζουν πόσο διεφθαρμένοι και ανίκανοι και ανήμποροι είμαστε, μια φακή στην κατσαρόλα χωρίς καν τη ρέγκα που τρώγαμε πριν το ογδόντα, κατεβασμένα μούτρα στο δρόμο και άνθρωποι που παραμιλούν στο φανάρι, σκουπίδια, βρώμα και φόβος μη χρειαστεί να πας στο εγκαταλειμμένο νοσοκομείο, μη χρειαστείς φάρμακα, και εύχεσαι να περάσει κι αυτή η μέρα χωρίς να συμβεί κάτι εξαιρετικά άσχημο, απλά να επιβιώσεις για άλλη μια μέρα, για να πας να κοιμηθείς και να ξεχάσεις όσα ζεις και όσα δεν έζησες.

Δεν είμαστε άνθρωποι πια. Είμαστε αριθμοί.

ΑΦΜ, ΑΜΚΑ και μητρώο ασφαλισμένου. Κωδικός ΑΤΜ, κωδικός πελάτη και ο αριθμός προτεραιότητας στην τράπεζα. 21% ανεργία και είκοσι χιλιάδες επιχειρήσεις που έκλεισαν. 5 αυτόχειρες τη βδομάδα που πέρασε και άνοδος δύο ποσοστιαίων μονάδων για το πρώτο κόμμα στην τελευταία δημοσκόπηση. 36.000 ευρώ το κατά κεφαλήν χρέος στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα και το ΔΝΤ. 36.000 χρέος για κάθε παιδί μας, που δεν έχει μάθει ακόμα να μετράει ως το δέκα ή να περπατάει. Μείωση 22% στο μισθό μας και αύξηση του ΦΠΑ. 3.000 φίλοι στο facebook. 1.000.000 like σε ένα βίντεο. 1.200 νοικοκυραίοι που πηδούσαν ιερόδουλες χωρίς προφυλακτικό. 7 κόμματα στη Βουλή. 13 κανάλια με σκατά στην τηλεόραση για να διαλέξεις. 5 ευρώ το τετραγωνικό για την πρώτη κατοικία. 38 χρόνια διαπλοκής και 3.000.000 άνθρωποι που πιστεύουν ότι κάποιος θα τους σώσει, χωρίς να χρειαστεί να αγωνιστούν, χωρίς καν να ψηφίσουν.

Δεν είμαστε άνθρωποι πια. Είμαστε μυρμήγκια...

Όμως αυτοί που επενδύουν στην υποταγή μας θα χάσουν πολύ περισσότερα από τα κέρδη τους. Θα χάσουν το κεφάλι τους. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να ζει σαν μυρμήγκι, σαν ποντίκι, σαν αριθμός.

Κάνει υπομονή και σκύβει το κεφάλι, σφίγγει τα δόντια ή εθελοτυφλεί, υπακούει και υποτάσσεται, αρνιέται να αναλάβει τις ευθύνες του και δέχεται να του κλέβουν τη ζωή του... Αλλά όχι για πάντα.

Τύραννοι περάσανε πολλοί και άλλες τόσες αυτοκρατορίες, αλλά όλοι καταρρεύσανε.

Οι Έλληνες το γνωρίζουν καλά.

Γιατί η ιστορία τους είναι μεγαλύτερη από τη μνήμη τους.

Γιατί ζουν σε ένα μέρος όπου είναι πολύ επώδυνο να σταματήσεις να είσαι άνθρωπος, όπου είναι δυσβάσταχτο να σταματήσεις να απολαμβάνεις τη ζωή.

Ο ήλιος πάντα λάμπει σε αυτήν την άκρη της Ευρώπης, του κόσμου, και η θάλασσα γίνεται πιο καθάρια όταν την στερείσαι.

Τα γλυκά απογεύματα της άνοιξης, του καλοκαιριού, του φθινοπώρου θες να τα περνάς με φίλους, με ατέρμονες συζητήσεις, με κρασοκατανύξεις και αμπελοφιλοσοφίες. Να συζητάς, να κουβεντιάζεις, να τα λες, να τσακώνεσαι... Και να τα ξαναβρίσκεις.

Γιατί αρκεί να περπατήσεις μια ώρα στην ύπαιθρο για να γεμίσεις την ψυχή σου με εικόνες και τη τσάντα σου με καρπούς και χόρτα.

Γιατί αν βρεθείς στην Αρχαία Ολυμπία, στους Δελφούς, στην Επίδαυρο, σε πλημμυρίζει μια αρχέγονη ιερότητα που σε κάνει να κλαις από χαρά.

Γιατί κάθε δέντρο, κάθε πέτρα, κάθε λέξη έχει βγει από το στόμα ενός ποιητή –αρχαίου ή σύγχρονου.

Γιατί αντιλαμβάνεσαι ότι η ζωή είναι πολύ μεγαλύτερη από τους αριθμούς και τις δημοσκοπήσεις.

Είμαστε πολύ παράξενος λαός, εμείς οι Έλληνες. Άλλοτε σκληροί σαν τις πέτρες, άλλοτε μαλθακοί σαν την άμμο. Παρασυρόμαστε εύκολα και υπερβάλλουμε σε κάθε μας εκδήλωση. Ίσως γιατί γεννηθήκαμε σε μια χώρα υπερβολικά ηλιόλουστη και γενναιόδωρη.

Ή μπορεί γιατί η φιλονικία είναι αδελφή του έρωτα, σε αυτήν την τόσο αρχαία χώρα.

Αλληλοφαγωνόμαστε μέχρι να ‘ρθουν οι Πέρσες.

Ένα είναι σίγουρο: Ο νεοφιλελευθερισμός διάλεξε το χειρότερο πειραματόζωο για να επεκτείνει την τυραννία του στην Ευρώπη.

Το πιο απρόβλεπτο.

sanejoker

17 Ιουν 2012

Δημήτρης Αποστολάκης στο tvxs: Πρέπει να κάμομε μια παληκαριά ενηλικίωσης

Πρέπει να κάμομε μια παληκαριά ενηλικίωσης. Απ΄αυτήν θα προκύψει ένα καινούργιο Αφήγημα. Το ρίσκο πρέπει να ναι σοκαριστικό, πρωτότυπο, καθοριστικό, παράτολμο, να εξάπτει την περιέργεια  και να γοητεύει ακόμα και τους πιο δύσπιστους" ο Χαϊνης Δημήτρης Αποστολάκης, ένας από τους πιο αυθεντικούς και σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες - δημιουργούς, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή τις κρίσιμες επερχόμενες εθνικές εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012, θέτοντας απλά και ίσως αστεία ερωτήματα για την σημερινή κατάσταση της Ελλάδας, αλλά και προτείνοντας λύσεις, συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

29 Μαΐ 2012

Αυταπάτες

Χθες βράδυ στον κήπο ενός νησιού συνέβη κάτι παράξενο. Την ώρα που ο μεσήλικας συνοδός μου μού εξομολογούνταν τον έρωτά του, είδα πως μέσα στο φλυτζάνι του καφέ του είχε πέσει η πανσέληνος. Το πρόσεξε κι εκείνος, και τότε βύθισε το κουταλάκι στο φλυτζάνι του, την έπιασε προσεκτικά και μου πρόσφερε στο στόμα την κουταλιά. Έκλεισα τα μάτια και κατάπια ευλαβικά την θεία κοινωνία της νύχτας. Πίσω από την πλάτη του, στον τοίχο με τον κισσό, παρέλαυναν καρέ καρέ οι σκηνές των συγκλονιστικότερων ασπρόμαυρων φιλιών στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Όταν άνοιξα τα μάτια παρατήρησα πως, παρόλο που είχα μόλις πιεί το φεγγάρι από το χέρι του, η πανσέληνος βρισκόταν ξανά στην επιφάνεια του μαύρου καφέ του.
Μην ξαναπροσπαθήσεις να με ταΐσεις πανσέληνο. Μην ξαναεπιχειρήσεις να με πείσεις πως κρατάς στο χέρι σου το φεγγάρι.
Ξέρω πως την επόμενη στιγμή πάλι στο φλυτζάνι σου θα βρίσκεται, και ας έχω νομίσει πως μου την έκανες δώρο.
Εσύ δεν είσαι γενναιόδωρος, κι εγώ δεν αντέχω την αδικία.

Η αναρτηση ειναι απο το θεωρημα για περισσοτερα και τα σχολια εδω

13 Απρ 2012

Ο ομιλών μεγαλοφώνως θα εκδιώκεται

Βράδυ Μεγάλης Τετάρτης στον Πλου. Ανάμεσα σε αγάλματα, παλιές γραφομηχανές, ξύλινα ράφια με βιβλία και μυρωδιά τσαγιού. Στο τραπέζι στριφτά τσιγάρα, κάτι νηστίσιμα μπισκότα, κάνα δυο καινούρια βιβλία. Ολόγυρα άνθρωποι που μιλάνε χαμηλόφωνα, ποτηράκια με ένα κόκκινο λικέρ, παρέες κάθε ηλικίας που συνεννοούνται σε ντοπιολαλιά. Διαβάζω λίγη λίγη τη Μαντάμ Εντουαρντά, για τρίτη ή τέταρτη φορά, όπως κάθε τόσο. Το βιβλίο, με ενημέρωσε ο Δήμος, δεν πωλείται. Ανήκε στη μάνα του, την Ουρανία, και διατίθεται μόνο για ανάγνωση. “Βάλτο κάπου που να το θυμάσαι κι έλα διάβαζέ το σιγά σιγά”.
Έξω η Κέρκυρα αντηχεί από ψαλμωδίες, τα φώτα στις καμάρες της πλατείας είναι μωβ. Ακόμα και στο πένθος της υπέρκομψη η αγαπημένη μου, σκέφτομαι και χαμογελώ. Μέσα ακούγονται εναλλάξ Νατάσα Άτλας και Λέοναρντ Κοέν. Τα πάντα μου φαίνονται συγκινητικά. “Η γύμνια του μπορντέλου χρειάζεται το μαχαίρι του χασάπη”, λέει ο Μπατάιγ στη σελίδα 14. Κοιτάζω γύρω μου τον κόσμο. Κάποιος μιλάει τώρα πιο δυνατά. Η φωνή του με εκνευρίζει. Μια κυρία ρίχνει στο ποτήρι της επτά ζάχαρες. Τις μετράω καθώς έχει σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Μετά ρίχνει προσεκτικά ζεστό νερό από την τσαγιέρα και ανακατεύει. Έπειτα αρχίζει να πίνει μικρές κουταλιές από το ζαχαρόνερο. Έχει ξεχάσει να βουτήξει μέσα το τσάι. Δίπλα της έχει μια σακούλα από το φούρνο “Ευρωπαία”. Βγάζει ένα ψωμάκι, κόβει μεγαλούτσικες μπουκιές και τις μασάει σεμνά. Βρέχει κάθε τόσο το στόμα της με ζαχαρόνερο. Κάποτε θυμάται, σχίζει με τα δόντια το σακουλάκι και φτιάχνει το τσάι της.
Ένα αγοράκι παριστάνει το τρένο. Μια παρέα γελάει. Η κυρία μασουλάει. Ο αναιδής κύριος περιγράφει ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο. Η Νατάσα Άτλας τραγουδάει κάτι για μια γεμάτη καρδιά.
Μέσα σε αυτή την έρημο συνεχίζω τη νύχτα μου.
Αν ποτέ ανοίξω μαγαζί θα βάλω ταμπέλα: “Ο ομιλών μεγαλοφώνως θα εκδιώκεται”, λέει ο διπλανός μου.
“Ο Θεός είναι παντού. Μέσα σε κάθε κορίτσι του δρόμου. Απόψε η Εντουαρντά είναι ο Θεός”, λέει ο Μπατάιγ.
Κάτω από το απέναντι τραπέζι βλέπω ένα ξεχασμένο παιδικό παιχνίδι.
Νιώθω μοναξιά και εγκατάλειψη, όπως συμβαίνει πάντα παρουσία του Θεού.
Τα πράγματα μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια.


Η αναρτηση απο

Ψυχή από πέτρα και ξύλο

Οι παλιότερες αναμνήσεις μου είναι αγκαλιές. Μάνα, γιαγιά, θείες, γειτόνισσες. Θυμάμαι, το ίδιο ζεστό και αγαπημένο, το παλιό μας σπίτι. Το είχαν αγοράσει ο παππούς και ο πατέρας μου, στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα, όταν αποφάσισαν να κατέβουν από το πατρογονικό μας χωριό, στο χωριό που γεννήθηκα. Σ’ αυτό το σπίτι έζησα εφτά χρόνια, ως το ‘68 που μετακομίσαμε στο νεόχτιστο.
Έμπαινες ανοίγοντας μια μεγάλη ξύλινη εξώπορτα, αρκετά φαρδιά για να χωράνε τα φορτωμένα ζώα, κλειστή με ζεμπερέκι (μάνταλο που άνοιγε απέξω). Αν ήταν κλειστά από μέσα, περνούσες το χέρι αποπάνω και τραβούσες το σύρτη. Ένα γάμα πετρόχτιστος τοίχος, μια πλευρά το δίπατο σπίτι των γειτόνων, από πέτρα κι αυτό, και απέναντι από την εξώπορτα, η είσοδος του σπιτιού.
Ένα χαγιάτι, με την κεραμοσκεπή του στηριγμένη σε απεριποίητα ξύλινα δοκάρια. Αριστερά, ένα παράθυρο και μπροστά απ’ αυτό στοιβαγμένα λιανά ξύλα και προσανάμματα για το τζάκι – που δεν έπρεπε να τα δει η βροχή: κούρβουλα και βέργες από κλήματα, κλάρες από ελιές, σπάρτα, αφάνες. Ολόγυρα στην αυλή μια λεμονιά, ένα χτιστό τσιμεντένιο πεζούλι και πάνω μια μεγάλη στρογγυλή πέτρα, για το τρίψιμο του αλατιού. Κι άλλη μια στοίβα με ξύλα, χοντρά, από πουρνάρια και δέντρους (βαλανιδιές), η βρύση  και στεφάνι αποπάνω μια μεγάλη τριανταφυλλιά. Από δίπλα, μια βούτα, ένα μεγάλο ξύλινο δοχείο δηλαδή, χρήσιμο για χίλιες δυο δουλειές: μεταφορά νερού, χαλκού, ακόμα και μούστου. Τις φόρτωναν στα άλογα, έβαζαν και σπάρτα για να μη χύνεται το πολύτιμο φορτίο. Νερό στο χωριό μου με κανονικό δίκτυο ύδρευσης έφτασε τη μέρα που είδα το φως: στις 11 Νοεμβρίου του ‘61.

9 Μαρ 2012

Κρυφός γκέι θέλει να βιάσει τον στρέιτ φίλο του κολλητού του


Αγαπημένες νεράιδες

σας στέλνω μήνυμα γιατι είμαι πολύ εκνευρισμένος. Ακούστε το πρόβλημά μου.

Είμαι ένας καταπιεσμένος ομοφυλόφιλος που διατηρώ εδώ και χρόνια μια σχέση με ένα καταπληκτικό παιδί με το όποίο το σεξ είναι μέτριο, αν και το θέμα μου δεν είναι αυτο.

Εδώ και καιρό σκέφτομαι ερωτικά ένα στρέιτ φίλο μου. Το παιδί είναι πολύ μαλάκας. Αλαζόνας υπερόπτης, εκνευριστικός, μέτρια όμορφος, αλλά απόστευτα σεξυ. Αν δεν ήταν φίλος του κολλητού μου ούτε να τον φτύσω δε θα θελα.

Ο κολλητός μου δεν ξέρει ότι είναι γκέι, όπως και κανείς άλλος, πλην του γκόμενού μου και ενός κοινού μας φίλου. Εχω πετύχει μέχρι τώρα να διατηρώ δύο ξεχωριστές ζωές: τη ζωή του γκει-Γιώργου, που κάνει σεξ συχνά, περνά καλά, είναι άνετος και γνωρίζει κόσμο και τη ζωή του "¨στρέιτ" Γιώργου, που υποκρίνεται στους φίλους και στη δουλειά του.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο τύπος, αυτή η ελλεινή ασχημοκαυλόφατσα μου ξυπνά άγρια πάθη. Κάθε φορά που βλέπω την άθλια μουτσούνα του μου ρχεται να τον αρπάξω να τον φιλίσω κι αφού τον ξεσκίσω να τον χ@σω στη μάπα. Θέλω να τον βάλω κάτω και να αρχίσω να τον σκίζω σα να μην υπάρχει αύριο.

Το θέμα μου είναι ότι κάτι τέτοιο, αν όντως είναι αυτός στρέιτ, μάλλον δε θα του αρέσει και υπάρχει και ο κίνδυνος να με κάνει βούκινο αν δε θέλει να ξεσκιστούμε. Εγώ είμαι ικανός να τον βιάσω αν χρειαστεί, αλλά μάλλον κατι τέτοιο είναι ποινικά κολάσιμο καιέίμαι βέβαιος ότι θα το αποδοκιμάζατε κι εσέις.

Τί να κάνω? Να τον πιάσω να τον δέσω κι αφού τον ξεσκίσω να φύγω μετανάστης στη Γερμανία ή να τα ξεχάσω όλα???

Στενοχωριέμαι μόνο που θα χάσω τη σχέση, τη δουλειά και τους φίλους μου

Τί λέτε

Καλέ, πού σε είχανε κρυμμένο εσένα; Τι καυλιάρικο μυαλό, τι λυσασμένες υποσχέσεις, τι γόνιμη φαντασία! Όλα τα συνδυάζεις και το σαδομαζοχιστικό του, και το βίαιο, και το τρυφερό, και το πάθος, και χύνεις και στη μάπα (ή μήπως εννοούσες να τον χέσεις στη μάπα, οπότε, ουάου, γίνεται ακόμη πιο kinky το σκηνικό). Παλιόπαιδο με έφτιαξες για τα καλά με τρεις κουβέντες μόνο. Αν ποτέ χρειαστεί να κάνεις αγριάδες με καμία Νεράιδα, έχε με στα υπόψιν!

Για τον φίλο του φίλου σου, αντίθετα με ότι πιστεύεις, εγώ ψηφίζω “ναι”. Να τον δέσεις, να τον βιάσεις και να μας φωνάξεις όλους να πάρουμε μάτι, ίσως και να βοηθήσουμε την κατάσταση όπως μπορεί ο καθένας και η καθεμιά μας. Ξέρεις, λιγάκι fisting, κανένα golden shower, τίποτε double anal έτσι για να του σπάσουμε τον τσαμπουκά του αλαζόνα και υπερόπτη, πλην όμως καυλόφατσα τύπου. Ο οποίος εννοείται, παρότι στρέιτ, μετά το τρελό happening θα δει το φως του, θα το γυρίσει σε κραγμένη αδελφή, τι λέω, εξαδέλφη και θα παίρνεται αβέρτα-κουβέρτα. Όσο για σένα, τι Γερμανίες και λοιπές σαχλαμάρες; Εδώ θα μείνεις. Θα αφήσω εγώ τέτοιο ταλέντο να ξενιτευτεί; Πο-τέ!

Φιλιά παντού,

Η Καλή Νεράιδα

Αγαπητέ καταπιεσμένε ομοφυλόφιλε,

Αν κατάλαβα το πρόβλημά σου είναι πώς να βιάσεις χωρίς να υποστείς τις συνέπειες του νόμου. Περί ηθικής ούτε λόγος. Ούτε για τον βιασμένο ούτε για το καταπληκτικό παιδί με το οποίο τα έχεις ούτε για το ότι ο υποψήφιος βιασμένος είναι φίλος του κολλητού σου ούτε τίποτα! Μάλιστα. Μπορείς, σε παρακαλώ, να γλιστρήσεις στην μπανιέρα απόψε και να σπάσεις το σβέρκο σου; Τόσα ατυχήματα συμβαίνουν (π.χ. ότι γεννήθηκες), γιατί αντιστέκεσαι;

Είναι φυσικό να κάνεις τέτοιες μαλακισμένες σκέψεις, αφού η συναισθηματική σου κατάσταση είναι χειρότερη απ’ την ελληνική οικονομία. Σχεδόν όλες οι κρυφαδερφές σαν κι εσένα αργά ή γρήγορα παθαίνουν ψυχολογική Φουκουσίμα, αφού είναι ανθρωπίνως αδύνατο ν’ αντέχουν να διατηρούν δυο παράλληλες ζωές: το πρωί καθωσπρέπει στρέιτ, το βράδυ ξεκωλιάρης γκέι. Τρελαίνεστε μ’ αυτή τη διπλή ζωή, τα αναρίθμητα ψέματα, τις επισφαλείς ισορροπίες: σε ποιον λέτε τι, να είστε συνέχεια με το άγχος μη σας μυριστεί κανείς, το άγχος μη σας πάρει κάνα μάτι... Το χειρότερο όμως, αυτό που σχεδόν πάντα σας ισοπεδώνει συναισθηματικά και σας κάνει άθλια παρέα και άξιους εξορισμού σε κάνα απομακρυσμένο προάστιο, είναι ότι ζώντας διπλή ζωή τελικά δεν ζείτε καμία: δεν έχετε κανέναν πραγματικό φίλο! Όλη σας η ενέργεια πάει στο να κρατάτε ισορροπίες, όχι στο να ζείτε.

Συμφωνείς ή διαφωνείς μ’ αυτά που λέω; Χέστηκα! Αυτή είναι η πραγματικότητα, αν και δύσκολα θα την παραδεχτείς. Όπως χέστηκα και για την καύλα σου για τον στρέιτ φουκαρά που έλαχε στον δρόμο σου. Ντροπιάζεις το γκέι λαό!

Η Καλύτερη Νεράιδα