Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έθνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έθνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Σεπ 2014

Η πρώτη νεοελληνική πολιτική δολοφονία


Ελάχιστοι γνωρίζουν το όνομα του Νικόλαου Γαλάτη. Ωστόσο, αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, το όνομα αυτό θα κατείχε μια από τις κορυφαίες θέσεις  ανάμεσα στα ονόματα των πρωτεργατών της Επανάστασης του 1821.
Ήταν πολύ νέος. Όταν δολοφονήθηκε πιθανότατα δεν είχε κλείσει ακόμα τα είκοσι εφτά. Τα τρία προηγούμενα χρόνια είχε καταφέρει, με την ακαταπόνητη δράση του, την  αισιοδοξία του, αλλά και τη γοητεία που εξέπεμπε, να μεταμορφώσει τη Φιλική Εταιρία από μια μυστική οργάνωση μικρεμπόρων με ελάχιστα μέλη, που φυτοζωούσε στην Οδησσό, σε μια πολυπληθή οργάνωση ομογενών, που περιλάμβανε στις τάξεις της κορυφαία ονόματα, σε φήμη, οικογενειακή παράδοση και πλούτο, στη Μόσχα, όπου ο ίδιος ο Σκουφάς είχε αποτύχει παντελώς, αλλά και στις Ηγεμονίες και στην Πόλη.

4 Ιαν 2014

οι κλέφτες που δεν ήταν λαμόγια

 

Η «άγρια τόλμη» των κλέφτικων τραγουδιών

Tου Παντελη Μπουκαλα

Το ύμνησε ο Γκαίτε. Το λάτρεψε ο Σολωμός. Το προσκύνησε ο Βαλαωρίτης. Το αγάπησε ο Παλαμάς, κι ο Μαλακάσης βέβαια κι ο Κρυστάλλης. Το εκτίμησε ιδιαίτερα ο Καβάφης, Το εκθείασε ο Σεφέρης, που το μετρούσε σαν «ατόφια ελληνική φωνή». Το σεβάστηκε ο Ελύτης, που έγραψε για τον Γκάτσο: «Αλλ’ εμείς τη δημοτική γλώσσα και την παράδοση τις εκμάθαμε. Σιγά σιγά και με πολύν κόπο. Εκείνος τις βρήκε μέσα του, έτοιμες, μαζί με τα τραγούδια των προγόνων του, τις αφομοίωσε μαζί με “το γάλα της μητρός του”, που θα έλεγε ο Σολωμός». Ο Γκάτσος, λοιπόν, μαθήτευσε σε αυτό, όπως κι ο Ρίτσος. Κι άλλοι, πολλοί, το υπηρέτησαν και το τίμησαν, με τον τρόπο του ο καθένας. Πλούσιο μέσα στην ποικιλία του το δημοτικό τραγούδι, ευαίσθητο, ελευθερωμένο από προκαταλήψεις και συμπλέγματα, άρα και συναρπαστικά ελευθερωτικό, απέσπασε κάτι βαθύτερο από τον θαυμασμό και πνευματικά γονιμότερο: το σέβας.
Οι έπαινοι που κέρδισε το δημοτικό τραγούδι δεν σχετίζονται αποκλειστικά με το καλλιτεχνικό του ύψος, τη λογοτεχνική του ευφυΐα και διαύγεια, την εκπληκτική οικονομία του. Ανταποκρίνονται σε ορισμένα θεμελιώδη γνωρίσματά του, που σπανιότατα κάμπτονται ή υποχωρούν· στην ευθύτητά του δηλαδή, στη δικαιοσύνη που το διακρίνει, στην τιμιότητα θεώρησης των ανθρωπίνων πραγμάτων που το εξυψώνει, στον τρόπο εντέλει με τον οποίο η βαθιά συγκίνηση μορφοποιείται σε λόγο χωρίς το αίσθημα να πλημμυρίζει πληθωριστικό τις λέξεις. Και στην απλότητά του βέβαια, που το σφραγίζει είτε όταν ζυγίζει και μετράει τον κόσμο είτε όταν αποδίδει τις ποικίλες εκδηλώσεις του, ευφρόσυνες ή πικρές, ειρηνικές ή πολεμικές.
Γράφοντας για το κλέφτικο, ο Κλωντ Φωριέλ, που πρώτος δημοσίευσε συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, το 1824, στο Παρίσι, σχολιάζει: «Ο, τι περισσότερο ξεχωρίζει αυτά τα βουνίσια τραγούδια από τα υπόλοιπα είναι ένα μοναδικά ρωμαλέο ύφος· είναι μια, πώς να το πω, άγρια τόλμη στη σύλληψη, στη σύνθεση και στις σκέψεις, που η απλότητα και το καθημερινό ύφος της έκφρασης τις κάνει να ξεπετάγονται πιο ζωντανές απ’ ό, τι θα πετύχαινε μια γλώσσα εμφατική και πιο στολισμένη. Υπάρχει κάποια αναλογία, κάποια αρμονία ανάμεσα στην ιδιοφυΐα των κλεφτών και σ’ εκείνη των ποιητών, που θα μας έκανε να νομίζουμε πως οι τελευταίοι θα μπορούσαν να μάχονται σαν τους πρώτους, κι αυτοί πάλι να τραγουδούν σαν τους άλλους· και δύσκολα θ’ αποφάσιζε κανείς αν βρίσκεται περισσότερος ενθουσιασμός, περισσότερο μίσος για τους Τούρκους, περισσότερη αγάπη για την ελευθερία στους στίχους των ραψωδών ή στη ζωή των ηρώων τους. Αισθάνεται κανείς σ’ όλες αυτές τις συνθέσεις την επίδραση των τόπων που τις ενέπνευσαν· αισθάνεται πως πρωτοβγήκαν στα βουνά. Αλλά αυτά τα βουνά είναι ελληνικά, και δεν έχουν καθόλου αιώνιους πάγους, και οι κορυφές τους δεν ξεπερνούν το ύψος όπου η γη παύει να νιώθει τη γλυκιά ζέστη του ήλιου, παύει να έχει πρασινάδες και λουλούδια» (βλ. το βιβλίο του Φωριέλ «Ελληνικά δημοτικά τραγούδια», εκδ. επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, τόμ. Α΄).
Αυτή την «άγρια τόλμη», που φανερώνεται απολαυστική και στην εικονοποιία των δημοτικών, στην τεχνική τους, τη διακρίνουμε και στην «ιδεολογία» τους, στη στάση τους απέναντι σε όσα συμβαίνουν, μια στάση που μπορούμε να τη θεωρήσουμε φυσική και αυθόρμητη, καρπό ενός λαϊκού πολιτισμού που κρατάει τις αξίες του, και όχι προϊόν κάποιας θεωρητικής σύλληψης. Ειδικά στα κλέφτικα, η στάση αυτή αποκαλύπτεται με διάφορες μορφές. Οδηγεί πρώτα πρώτα στην ιστόρηση επεισοδίων όπου τον τόνο τον έδωσε οτιδήποτε άλλο, πάντως όχι ο ηρωισμός, γεγονός που θέτει τα τραγούδια αυτού του περιεχομένου έξω από τον κανόνα «ορθοέπειας» που εκ των υστέρων πλάστηκε. Ο καπετάν Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, λ.χ., για τον οποίο έγραφα εδώ την περασμένη Κυριακή, εμφανίζεται στο ακόλουθο δημοτικό όχι σαν ήρωας αλλά σαν κάποιος που καυχιέται μεθυσμένος από δύναμη για όσα αντεκδικούμενος έπραξε εις βάρος ενός ιερέα με τον οποίο είχε διαφορές: «Τι ’ν’ το κακό που γίνεται τούτο το καλοκαίρι, / τρία χωριά μάς κλαίονται, τρία κεφαλοχώρια, / μας κλαίγεται κι ένας παπάς από τον Αγιο Πέτρο. / Τι τόκαμα του κερατά και κλαίγετ’ από μένα; / Μήτε τα βόδια τ’ έσφαξα μήτε τα πρόβατά του· / τη μια του κόρη φίλησα, τις δυο του θυγατέρες, / το ’να παιδί του σκότωσα, τ’ άλλο το πήρα σκλάβο / και πεντακόσια δυο φλουριά για ξαγορά τού πήρα· / ούλα λουφέ τα μοίρασα, λουφέ στα παλικάρια, / κι ατός μου δεν εκράτησα τίποτα για τ’ εμένα».
Ολα τούτα ηχούν παράδοξα μόνο υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, ότι παραγνωρίζουμε την ηθική της δημοτικής ποίησης, που δεν της επιτρέπει την αυτολογοκρισία, και δεύτερον ότι θεωρούμε πως τα κλέφτικα αφορούν αποκλειστικά την Επανάσταση και τους ήρωές της, τα ανδραγαθήματα και τον δοξασμένο ή μαρτυρικό θάνατό τους. Αλλά τα κλέφτικα είχαν αναπτυχθεί πολύ νωρίτερα, και με την ιδρυτική τους αμεροληψία κατέγραψαν και απαθανάτισαν και περιστατικά που ίσως ενοχλούν τη σημερινή ακοή, σε άλλα εθισμένη από νωρίς. Οσο βαθιά, ας πούμε, κι αν ήταν η χριστιανική πίστη, κι όποιος κι αν υπήρξε ο σεβασμός για τους ιερωμένους, ο δημοτικός τραγουδιστής δεν έχει κανένα πρόβλημα να παραδώσει στην αιώνια χλεύη (και χωρίς καν να υψώσει τον τόνο, απλώς ιστορώντας) έναν καλόγερο που το 1806 πρόδωσε στους Τούρκους τον Γιάννη (Ζορμπά) Κολοκοτρώνη, αδερφό του Θοδωράκη, ο οποίος μαζί με έξι συγγενείς του είχε ζητήσει καταφύγιο στο μοναστήρι της Αιμυαλούς κοντά στη Δημητσάνα. «Καλόγερος δεν μαρτυρά, δε γίνεται προδότης» βεβαιώνει τον Γιάννη Κολοκοτρώνη ο μοναχός, αμέσως έπειτα όμως: «Και κάνει τον ανήφορο και πάει στη Δημητσάνα. / Ψιλή φωνίτσα έριξε, όση κι αν εδυνάστη: / “Μικροί – μεγάλοι στ’ άρματα και γέροι στα ντουφέκια, / τ’ έχω δυο ξένους στο ληνό, στ’ αμπέλι, στο Βιδόνι”». Με τη δική του απλότητα, θυμάται ο Γέρος του Μοριά στα «Απομνημονεύματά» του: «Ο Γιάννης [...] επήγε εις τους Αιμυαλούς, μοναστήρι, του έδωσε ένας καλόγερος φαγί και έπειτα επήγε, έδωσε είδησιν εις τους Τούρκους, επήγαν, τον επολιόρκησαν εις τον ληνόν και τον εσκότωσαν».
Την αμεροληψία του το δημοτικό τη διατηρεί ακέραιη και στα χρόνια της Επανάστασης, όταν αναφέρεται σε εμφύλιες συγκρούσεις (λ. χ. το τραγούδι για τη μάχη του Θοδωράκη Γρίβα με τον καπετάνιο Δημήτριο Μακρή στην Κατοχή Μεσολογγίου, το 1823) αλλά κι όταν συμμερίζεται τον πόνο του εχθρού, όπως στο τραγούδι για τον πάμπλουτο Κιαμήλμπεη που αιχμαλωτίστηκε στην άλωση της Τριπολιτσάς. «Στην ελληνική δημοτική ποίηση», γράφει ο Δ. Πετρόπουλος, «υπάρχουν τραγούδια εμπνευσμένα από ηρωισμούς ή παθήματα προσώπων, που με τις πράξεις τους έβλαψαν άτομα ή το έθνος γενικότερα. Ο λαϊκός ποιητής, καθώς και ο λαϊκός ακροατής του, δοκιμάζουν συγκινήσεις από πράξεις ανθρώπων ανεξάρτητα από το ηθικό τους περιεχόμενο και από πατριωτικές ιδέες». Ποιο άλλο μεγαλείο να ζητήσουμε;
_________________________ 
ΣΗΜ.1. απο:http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_2_27/03/2011_1294790  
via: http://panosz.wordpress.com/2011/03/25/sxoliasths-...
ΣΗΜ.2. θα μάθουμε ποτέ να ξεχωρίζουμε τους παλιούς κλέφτες; να μη τους μπερδεύουμε με τα σημερνά αποβράσματα της δήθεν τάχα μου "πολιτικής", δηλαδή...
ΣΗΜ.3. Θυμήθηκα αυτό το ποστ που είχα ανεβάσει παλιά στοhttp://legacy.radiobubble.gr/el/tags/rodia και σκέφτηκα να το παραδώσω ξανά στα άϋλα φτερά του διαδικτύου. Η επανάληψη βοηθά στην κατανόηση και στην αποδοχή της ρίζας και της ταυτότητάς μας. ε;
ΣΗΜ.4. Δωράκι! "του Μάρκου Μπότσαρη", τραγουδισμένο από τη Βάγια.

24 Ιαν 2013

Mήπως είσαι πολυπολιτισμικός και δεν το ξέρεις;

Ένα μικρό τεστ, για να συνειδητοποιήσουμε, πόσο η γνώση μας είναι εξαρτημένη από τη γνώση όλης της ανθρωπότητας και ότι τελικά, κάθε προσπάθεια για μια εθνική “καθαρότητα” ισοδυναμεί με το σκοτάδι της ναζιστικής πολιτιστικής τέφρας.
ΜΗΠΩΣ ΕΙΣΑΙ «ΠΟΛΥ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ»
ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ;
Το γεγονός ότι ο κλασσικός Ελληνικός πολιτισμός είναι μία από τις βάσεις όλου του σύγχρονου κόσμου είναι μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Η επιστήμη, η φιλοσοφία, το θέατρο, η δημοκρατία, έχουν σφραγίσει για πάντα την πορεία της παγκόσμιας ιστορίας. Από τη στιγμή, λοιπόν, που σήμερα, ακόμα και ο πιο απόμακρος από τα προηγμένα κέντρα πολιτισμός, είναι αναμεμειγμένος σε κάποιο βαθμό με τον ελληνικό, σημαίνει ότι η πλειονότητα της υφηλίου είναι πολυπολιτισμική. Το ζήτημα είναι, εμείς οι Έλληνες, τι είμαστε; Για παράδειγμα εσύ, που διαβάζεις αυτό το κειμενάκι, είσαι «πολυ-πολιτισμικός» ή όχι ;
Πριν απαντήσεις, σου υπενθυμίζουμε τα εξής:
Φοράς παπούτσια, μια παλαιολιθική εφεύρεση, που την αποκαλείς με ένα περσικό όνομα ( pāpuš, pa=πόδι + puş = κάλυμμα) και επίσης ένα παντελόνι που το εφηύραν οι Σκύθες κι εσύ το ονομάζεις με μια λέξη που προήρθε από το όνομα ενός χαρακτήρα της Ιταλικής Κομμέντια ντελ Άρτε, του Pantalone (δηλαδή Πανταλέων ). Φοράς βρακί, και αν είσαι από την Κρήτη, βράκες, που έχουν όνομα λατινικό (braccae) και είναι ένα ένδυμα, που οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες το είδαν να το φοράνε οι Γαλάτες και οι Γερμανοί, ενώ δένεις στο λαιμό σου μια γραβάτα κροατική (χρβάτσκα). Οι τσολιάδες που θαυμάζεις φοράνε τη φουστανέλλα, που ήταν η φορεσιά των Βλάχων, Αλβανών κι Ελλήνων πολεμιστών και παράνομων, όπως την ξανασχεδίασε ο γερμανός ράφτης του Όθωνα (μίνι, πάνω από το γόνατο). Σήμερα, φοράς μπλου τζην, που υπήρξε επινόηση ενός Γερμανο-εβραίου ράφτη της Αμερικής, του Λεβί-Στράους, κατασκευάζεται από ένα ύφασμα που εφευρέθηκε στη Φλωρεντία και βάφεται με ένα χρώμα μπλε λουλακί (indigo, ελλ. ινδικόν),που τα αρχαία χρόνια το ανακάλυψαν οι Ινδοί.
Το εθνικό σου φαγητό, ο μουσακάς, έχει αραβικό όνομα (mussaka, σημαίνει φρέσκο) και δημιουργήθηκε στο παλάτι του Οθωμανού Σουλτάνου από γνώστη της Γαλλικής κουζίνας, εξού κι η μπεσαμέλ. Το άλλο σου αγαπημένο και πασίγνωστο Ελληνικό έδεσμα, ο gyros, ή ντονέρ, προέρχεται από τους οθωμανούς (doner= γυρίζει), που κι αυτοί τον δανείστηκαν από τον Αραβικό στρατό.
Τρως ντομάτες, πατάτες, καλαμπόκι, σοκολάτα και φραγκόσυκα και καπνίζεις, συνήθειες που πήρες από τους ινδιάνους της Αμερικής. Πίνεις κρασί που πρωτοεμφανίστηκε τα προϊστορικά χρόνια κάπου στον Καύκασο και σου αρέσει η μπύρα που είναι εφεύρεση των νεολιθικών κατοίκων της Μεσοποταμίας. ενώ πίνεις αφέψημα από καβουρντισμένους σπόρους καφέ, μια επινόηση των μουσουλμάνων σούφι του Μεσαίωνα. Τρως ψωμί, που επίσης είναι μια νεολιθική εφεύρεση των Μεσοποτάμιων, οι οποίοι, χιλιάδες χρόνια πριν από τους Έλληνες, (τουλάχιστον πριν από αυτούς που μιλούσαν ελληνικά) έκαναν την Νεολιθική και τη Γεωργική επανάσταση και εκτός των άλλων, επινόησαν την καλλιέργεια των δημητριακών, το άροτρο, το δρεπάνι, την ιστιοπλοΐα κι ακόμα τη γραφή, τους γραπτούς νόμους, τη γραφειοκρατία, τον στρατό, τη στρατιωτική στολή και το ιερατείο.