Η μάχη της Κρήτης, σε πίνακα ντόπιου λαϊκού ζωγράφου. Ο Ρίχτερ την περιλαμβάνει, μαζί με κάμποσες ακόμη ομοειδείς, στο βιβλίο του
Οταν το περασμένο καλοκαίρι ερχόταν για ψήφιση στη Βουλή το «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο της κυβέρνησης Σαμαρά (νυν Ν.4285), από τις στήλες τούτης εδώ της εφημερίδας είχαμε προειδοποιήσει (26.8.2014) ότι το περιβόητο άρθρο 2, με το οποίο ποινικοποιείται η «δημόσια επιδοκιμασία ή άρνηση εγκλημάτων» πολέμου και γενοκτονιών, είναι πολύ πιθανό να λειτουργήσει λογοκριτικά για την ιστορική έρευνα στη χώρα μας. Στο ίδιο μήκος κύματος, 139 ιστορικοί απηύθυναν μέσω της «Εφ.Συν.» έκκληση προς την κυβέρνηση να αποσύρει το επίμαχο άρθρο (2.9.2014). Τελικά, το τελευταίο ψηφίστηκε από τους βουλευτές της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ – με μόνη τιμητική εξαίρεση, στην τελευταία περίπτωση, τη Μαρία Ρεπούση.
Αντιμέτωποι μ’ αυτές τις προειδοποιήσεις, οι αρμόδιοι παρείχαν τότε αφειδώς διαβεβαιώσεις πως η επίμαχη διάταξη ουδέποτε πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την περιστολή του έργου των ιστορικών. «Σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκεται η απαγόρευση ή ιδεολογική χειραγώγηση της επιστημονικής έρευνας», ισχυριζόταν π.χ. η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, απόσπασμα που ο υπουργός Δικαιοσύνης Χαράλαμπος Αθανασίου επανέλαβε αυτολεξεί κατά την αγόρευσή του πριν από την ψηφοφορία (Πρακτικά Βουλής, σ.2.605-6). Επιφυλακτικότερη, η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής στη δική της έκθεση (1.9.2014) έκρινε πάντως ότι «θα ήταν σκόπιμο, ελλείψει ειδικής ρύθμισης στην ελληνική νομοθεσία και προς διευκόλυνση της εφαρμογής της προτεινόμενης διάταξης, να εισαχθεί ειδικός λόγος άρσης του αδίκου της περιγραφόμενης συμπεριφοράς» στην περίπτωση της τέχνης και της επιστημονικής έρευνας. Δυστυχώς, η πρότασή της δεν εισακούστηκε.


