13 Μαΐ 2013

Ιστορίες από την κρύπτη των πενταμήνων

Όσοι σφοι αναγνώστες είχαν διαβάσει παλιότερα αυτό το ασφαλίτικο σχόλιο, θα έχουν καταλάβει με τι ακριβώς ασχολείται τον τελευταίο καιρό η κε του μπλοκ στο μη ελεύθερο χρόνο της. Ο εν λόγω ασφαλίτης υπονοούσε πως βρήκα αυτή τη δουλειά μέσω του κόμματος, το οποίο φροντίζει για τα «κόκκινα παιδιά» κι όσους λιβανίζουν τη γραμμή της ηγεσίας. Με το ίδιο σκεπτικό βέβαια, βάση των προσλήψεων που έγιναν, πρέπει να υποθέσουμε ότι είχαν τη δύναμη να τακτοποιήσουν τους δικούς τους και το ναρ, το σεκ, το πίσω μ-λ κι η οκδε σκέτο. Εκτός κι αν τους βόλεψε κι αυτούς το κόμμα στα πλαίσια της αριστερίστικης στροφής της ηγεσίας, μπούρου-μπούρου..

Η δεύτερη αυθόρμητη σκέψη είναι πως αν κάποιος είχε πραγματικά βύσμα, θα είχε φροντίσει να χωθεί κάπου αλλού κι όχι στα πεντάμηνα. Εκτός κι αν δεν είχε πολύ γερό βύσμα, θα μου πεις· όπως ακριβώς στο στρατό –κι αυτός δεν είναι ο τελευταίος χακί συνειρμός του κειμένου. Το πιο τραγικό ωστόσο δεν είναι η ύπαρξη βυσμάτων –που ούτως ή άλλως κατοχυρώνονται κι ημιεπίσημα στην επόμενη φουρνιά προγραμμάτων, με την προσθήκη ενός σταδίου προσωπικής συνέντευξης για την επιλογή των επιτυχόντων. Το πιο τραγικό είναι η σημερινή κατάσταση, που θα οδηγούσε κάποιους να φιλήσουν κατουρημένες ποδιές, ακόμα και για τέτοιες κωλοδουλειές των 600 ευρώ. Και να φανταστείς ότι εμείς είμαστε και προνομιούχοι, γιατί από την επόμενη προκήρυξη οι όροι των προγραμμάτων χειροτερεύουν. Εξάλλου μιλάμε για ανέργους, όπως είχε πει κι ο στουρνάρας. Όχι για κανονικούς ανθρώπους..

Στα πεντάμηνα προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως είναι το πλήρες όνομά τους, νιώθεις οτιδήποτε άλλο εκτός από κοινωφελής (για το κοινό καλό) και γενικώς ωφέλιμος. Και θυμάσαι συνειρμικά τις ιστορίες από το στρατό, με την εξής διαφορά: εκεί που τελειώνει η έννοια της οργάνωσης, αρχίζει το ελληνικό δημόσιο. Κι άντε μετά να παλέψεις με τη στρατηγική σου, όπως λένε οι θέσεις, και να εξηγήσεις στο συνάδελφο, που πιστεύει ακράδαντα ότι το κράτος είναι μπουρδέλο –και το επιβεβαιώνει πανηγυρικά από την εμπειρία του- πως αυτό το μπουρδέλο είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, με πολύ συγκεκριμένο ρόλο και περιεχόμενο. Πώς να του το πεις εκλαϊκευτικά να το καταλάβει; Ότι πρέπει να οργανωθούμε, για να μην τον παίρνουμε συνέχεια εμείς και να γυρίσει ο τροχός, για να πηδήξει ο φτωχός; Ότι πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να γίνουμε οι τσατσάδες που ελέγχουν το κράτος, μέχρι να ωριμάσουν πλήρως οι συνθήκες για τον ελεύθερο έρωτα, όπου δε θα υπάρχει πια ανάγκη για κανένα μπουρδέλο;
Το ποιοτικά καινούριο στοιχείο που ανακαλύπτεις είναι ότι αυτές οι προσλήψεις δεν έχουν ως λογική να δώσουν τη δουλειά ενός μόνιμου υπαλλήλου σε ένα συμβασιούχο με λιγότερα δικαιώματα, αλλά μία και μοναδική σκοπιμότητα: να μοιράσουν τους ανέργους σε διάφορα πόστα, για να φανεί ότι καταπολεμούν την ανεργία και πετυχαίνουν να τη μειώσουν. Την ίδια στιγμή βέβαια έχουν υπολογίσει με ακρίβεια πως ο χρόνος της σύμβασης –που κάνεις αρκετό καιρό να τη δεις, αφού την υπογράψεις- δεν πρέπει να υπερβαίνει το πεντάμηνο, για να μην κατοχυρώνει ο συμβασιούχος δικαίωμα για επίδομα ανεργίας. Κι αν υπολογίζει να συμπληρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο με μια εποχιακή καλοκαιρινή απασχόληση, μπορεί να ανακαλύψει στην πορεία πως τα ένσημά του είναι περιορισμένης ευθύνης (πχ δεν είναι συντάξιμα κι ενδέχεται να μη μετράνε και για το επίδομα –δε μας το έχουν διευκρινίσει ακόμα). Τέτοιος είναι ο πόνος τους για τους άνεργους.
Διαβάζοντας κανείς τον παραλληλισμό με το στρατό, μπορεί να σκεφτεί πως στα προγράμματα υπάρχει και στρατιωτική πειθαρχία. Αλλά αυτά πάνε ευθέως ανάλογα με τις συνθήκες και τη σοβαρότητα της δουλειάς. Κι η δική μας δεν ανήκει σε αυτή την περίπτωση –πλην των εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
 Η σύνδεση γίνεται γιατί τις πρώτες μέρες κυκλοφορείς άσκοπα και περιμένεις να πάρεις οδηγίες, ένα γραφείο ή έστω αρβύλες και στολή παραλλαγής. Μετά το άσκοπο ξεροστάλιασμα της πρώτης μέρας, σε διώχνουν κι αρχίζει η εβδομάδα προσαρμογής, που μπορεί να κρατήσει πολύ περισσότερο, να γίνει δεκαπενθήμερο ή και μήνας, μέχρι να βρουν πώς να σε αξιοποιήσουν –ενώ είναι ολοφάνερο πως περισσεύεις και δε σε χρειάζονται. Για να υπάρξει όμως αξιοποίηση, πρέπει να υπάρχει πρώτα κάποια αξία. Κι εσύ, χρόνια άνεργος, αισθάνεσαι εκ νέου άχρηστος, σκουπίδι χωρίς καμία χρηστική αξία. Η μόνη αξία που υπάρχει δυνάμει πάνω σου είναι η ανταλλακτική αξία της εργατικής σου δύναμης, που γίνεται εμπόρευμα. Οπότε προτιμάς να σου δώσουν κάποια δουλειά να κάνεις, οποιαδήποτε, για να είσαι τουλάχιστον εμπόρευμα με κάποια αξία και όχι αναλώσιμο σκουπίδι. Αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο απαραίτητα.
Ναι, αλλά ούτε αυτό είναι ακριβώς εύκολο. Αφενός γιατί δεν υπάρχει κάποια δουλειά για σένα, εφόσον δεν καλύπτεις κάποια οργανική θέση, παρά μόνο μειώνεις την ανεργία, χάνοντας απλώς τα μόρια της κάρτας σου για κάποιο διάστημα. {κι αυτό το λέω χοντροκομμένα, ως πολύ γενικό κανόνα, χωρίς να αποκλείω τις εξαιρέσεις. Γιατί μπορεί πχ να έχει προσληφθεί ως εργάτης παραλίας στο δήμο πυλαίας (!) –ανειδίκευτος πάντα, άλλο αν έχεις κουβαλήσει όλα σου τα πτυχία, για να πάρεις τη θέση- μπορεί όμως να δουλεύεις και στο κάτεργο της «άρσις», σε συνθήκες μεταλλωρυχείου, ή να σου χώσουν όλη τη λάντζα και τη βρώμικη δουλειά, μιας και σε βρήκαν εύκαιρο.
Αφετέρου γιατί σύντομα ανακαλύπτεις πως βάση της σύμβασης που υπέγραψες δεν υπάγεσαι καν στην εργατική νομοθεσία. Κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι πού ακριβώς υπάγεσαι κι αν τέλος πάντων είσαι κάποιο ζώο ή ομιλούν εργαλείο, όπως όριζε ο αριστοτέλης τους δούλους, για να δεις σε ποιο δίκαιο εμπίπτει η δική σου υπόθεση.
Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Ότι η κατάσταση στο δημόσιο τομέα μπορεί να είναι συγκριτικά πιο άνετη και να υπάρχουν κατακτήσεις που οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ούτε θα μπορούσαν να φανταστούν (πχ ρεπό υπολογιστή ανά τακτά χρονικά διαστήματα, άδειες αιμοδοσίας ή στις γυναίκες για το βάψιμο των αυγών –που τελικά δε δόθηκε φέτος) αλλά εμείς δε δικαιούμαστε τίποτα από όλα αυτά. Κι αυτό προφανώς δεν το λέω με τη γνωστή μίζερη λογική «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», αλλά με το σκεπτικό ότι θα ‘πρεπε να τα δικαιούνται όλοι. Δε δικαιούμαστε δηλ άδειες (πλην κάποιων αναρρωτικών κι αυτό υπό προϋποθέσεις) και –το καλύτερο- ούτε καν απεργία.
Μπορεί δηλ να είναι εργοδότης σου το ινστιτούτο της γσεε (ινε-γσεε), που συν τοις άλλοις παίρνει μια προμήθεια για να μας νοικιάσει στο δήμο (που δε θα μπορούσε να κάνει προσλήψεις με τέτοιους όρους) και τσεπώνει αρκετές χιλιάδες ευρώ στις πλάτες μας. Αλλά δε θεωρούμαστε εργαζόμενοι, για να μπορούμε να απεργήσουμε κιόλας –στην απεργία που προκηρύσσει ο εργοδότης μας.
 Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο κοινωφελής χαρακτήρας σημαίνει ότι η εργασία αυτή είναι αμοιβαία επωφελής για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως γιατί να απεργήσεις ως ωφελούμενος από κάτι που είναι προς όφελός σου; Το κακό σου θέλεις;
Συνεπώς για να επιστρέψουμε σε χακί κλίμα όλο το σύστημα σου υπαγορεύει συστηματικά τη λούφα –με παραλλαγή ή χωρίς. Εφόσον όλα αυτά γίνονται για ένα ξεροκόμματο και επιπλέον στερούνται του παραμικρού νοήματος, πολύ λογικά οδηγούν σε μια συγκεκριμένη στάση αδιαφορίας –ή έστω παθητικής ανάμειξης- για όσα συμβαίνουν στον χώρο εργασίας. Εφόσον νιώθεις πως δε σε αφορούν και δε σε εκφράζουν, δεν ενεργοποιούν την πιο δημιουργική σου πλευρά, όπως θα το έκανε ακόμα και η πιο κοπιαστική χειρωνακτική δουλειά. Κι αυτή η αλλοτρίωση πολύ δύσκολα σπάει με κάποια μισθολογικά αιτήματα (που είναι η απαραίτητη βάση) ή κάτι άλλο εξίσου αποσπασματικό. Έχει να κάνει συνολικά με το πώς βλέπει ο υπάλληλος το κράτος, αν το θεωρεί δική του υπόθεση, που απορρέει και περνάει μέσα από αυτόν, ή μια απρόσωπη καταπιεστική δύναμη «πάνω από την κοινωνία». Κι η αντιμετώπισή του απαιτεί βαθιές ριζικές αλλαγές, που να είναι επαναστατικές –και πάλι δε σημαίνει ότι θα εξαλειφθεί δια μιας κι αυτομάτως.
Είναι πολύ δύσκολη υπόθεση να σπάσει το τείχος της απάθειας και να γίνει ενεργός δραστηριότητα –πόσο μάλλον αγωνιστική στάση. Ακόμα κι όταν προκύπτουν άμεσα και πιεστικά ζητήματα αιχμής, η μέση ταξική συνείδηση λουφάζει και βγαίνει συνήθως α/α στο γενικό προσκλητήριο. Υπάρχει συσσωρευμένη σκουριά στις λαϊκές συνειδήσεις, που δύσκολα φεύγει. Κι όταν προκαλούνται ρήγματα, υπάρχει ως ταβάνι και δίχτυ ασφαλείας, η μυωπική λογική του συντεχνιακού πνεύματος που χάνει τα ταξικά γυαλιά του.
Τι γίνεται λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις και πώς ξεδιπλώνεται ο αγώνας; Αυτό θα το δούμε σε επόμενο επεισόδιο, μαζί με κάποια άλλα ζητήματα.

1 σχόλιο:

  1. καλημέρα

    μια ερώτηση

    μήπως καλύτερα να αφαιρεθεί αυτό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εδώ εκτονώνεστε ...