Με αφορμή την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου αλλα και τα Δεκεμβριανα που ερχονται , είναι
αναγκαία η αναδρομή σε ένα αιώνα πραξικοπημάτων, υποτέλειας,
δικτατοριών, εξάρτησης, βίας και νοθείας και ισοπέδωσης του ελληνικού
λαού..Ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία που ο νεοφασισμός αγιοποιεί τους
δικτάτορες.
26 Νοε 2012
“…τις φωτιές τις βάζει η αστυνομία”
Σε αυτό εδώ το ποστ, αλλά και στο άρθρο The model democratic society of the modern economy στο Unfollow
αυτού του μήνα, o Old Boy διατυπώνει κάποιες σκέψεις, τις οποίες
διαβάζοντάς, χαμογέλασα πικρά. O Old Boy δεν είναι αφελής και σίγουρα
είναι πάρα πολύ έξυπνος. Όμως εν προκειμένω, οι σκέψεις που διατυπώνει,
στα δικά μου τα μάτια μοιάζουν σχεδόν απλοϊκές και σε μεγάλο βαθμό
αφελείς. Εκπλήσσεται που οι άνθρωποι φοβούνται να αποταθούν στην
αστυνομία για να τους “προστατεύσει” από φασίστες που τους ξυλοκοπούν.
Θεωρεί ορόσημο μιας μεγάλης αλλαγής, ανατροπής ίσως, το γεγονός ότι η
αστυνομία ανοιχτά διατηρεί δεσμούς με το νεο-ναζιστικό κόμμα που κοσμεί
πλέον και το αστικό Κοινοβούλο. Πιστεύει μάλλον πως η αστυνομία, τι;
“υπάρχει για να προστατεύει τον πολίτη”;
Για να μην φανεί πως προσπαθώ να ερμηνεύσω τις σκέψεις του ΟΒ. παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από τα σχόλιο κάτω από το ανωτέρω αναφερθέν ποστ:
Καταρχάς, αποδεχόμαστε για λόγους οικονομίας της συζήτησης πως η “δημοκρατία αποκαταστάθηκε το 1974″. Οπότε δεν θα κάνω καμία αναφορά ούτε στον εμφύλιο, ούτε στο μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς, ούτε στη Χούντα. Από την αρχή όμως της μεταπολίτευσης και μετά, και ασχέτως του ποιο κόμμα κατείχε την εξουσία, θέλω να θυμίσω πως μετράμε τουλάχιστον τέσσερις νεκρούς από αυτή την αστυνομία (είναι πολύ περισσότεροι, αλλά αναφέρομαι στις σημαντικότερες και πιο “διάσημες” περιπτώσεις: Κουμής-Κανελλοπούλου το 1980, Καλτεζάς το 1985, Γρηγορόπουλος το 2008 και Τόντι το 2009), και τουλάχιστον έναν από το παρακράτος (Τεμπονέρας το 1991). Δε θα μπω στον κόπο να αναφερθώ στα δεκάδες περιστατικά αστυνομικής βίας και καταστολής που γνωρίσαμε όλα αυτα τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και δεν αναφέρομαι στον αναρχικό χώρο, που προφανώς έχει υπάρξει στοχοποιημένος, αναφέρομαι σε διαδηλώσεις εργαζομένων και φοιτητών (συνταξιούχοι, εξεταστικά κέντρα ΑΣΕΠ το 1998, επίσκεψη Κλίντον, καταλήψεις ΄90-΄91, Κάπα Μαρούσης, Πρυτανεία Πολυτεχνείου και τόσα πολλά άλλα, ων ουκ έστι αριθμός). Για όσους συμμετείχαν σε τέτοιες εκδηλώσεις ή είχαν έστω μια ελάχιστη επαφή με τα κοινωνικά και κινηματικά τεκταινόμενα, η αστυνομική καταστολή ήταν κάτι δεδομένο και αναμφισβήτητο.
Θα θυμίσω ακόμα πως εν έτει 1992, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, απευθυνόμενος στους αστυνομικούς, είχε πει “Εσείς είστε το κράτος”. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το σχετικό κοινωνικό πλαίσιο, ήταν οι διαμαρτυρίες για την ιδιωτικοποίηση των αστικών λεωφορείων.
Είχε δίκιο ο Μητσοτάκης, όπως και σε πολλά άλλα που με διακεκριμένο κυνισμό έχει πει. Η αστυνομία είναι -όχι το ίδιο το κράτος-, αλλά δομικός μηχανισμός του αστικού κράτους, απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του. Ξεκινώντας από την αφετηρία πως οι κοινωνικοί συσχετισμοί είναι ταξικοί και πως εντός της κοινωνίας αναπτύσσονται αντίρροπες/αντίπαλες δυνάμεις, των οποίων τα συμφέροντα είναι συγκρουόμενα, γίνεται αντιληπτό ότι το αστικό κράτος είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί εξισορροπητικά για τους κοινωνικούς συσχετισμούς. Το δημοκρατικό πολίτευμα εμπεριέχει αυτή την πραγματικότητα. Αποτελεί σύμβαση η αντίληψη ότι εντός μιας κοινωνίας, που λειτουργεί με τις αρχές τις αστικής δημοκρατίας, το κράτος υπάρχει για να εξυπηρετεί τον πολίτη. Το κράτος υπάρχει για να συντηρεί τις ισορροπίες. Σε περιόδους άμβλυνσης των συσχετισμών, σε περιόδους “ευημερίας”, ας το πούμε έτσι, η καταστολή είναι πιο ήπια, καθότι η εξισορρόπηση επιτυγχάνεται με την χρήση ιδεολογικών μηχανισμών, όπως η εκπαίδευση, η θρησκεία ή η οικογένεια. Όταν όμως οι αντιθέσεις οξύνονται, σε καιρούς ισχνών αγελάδων, όταν το σύστημα βρίσκεται σε δυσπραγία και δεν είναι σε θέση να “βουλώνει στόματα” με κοινωνικές παροχές, τότε οι ιδεολογικοί μηχανισμοί δεν επαρκούν για να διατηρούνται οι ισορροπίες. Για να το πούμε ακόμα απλούστερα, όταν το σύστημα περνά φάση ανάπτυξης και/ή τα κοινωνικά κινήματα έχουν τον συσχετισμό με το μέρος τους, οι παραγωγικές δυνάμεις, ο λαός, επωφελείται από τις παροχές που οι ανώτερες τάξεις έχουν την δυνατότητα να κάνουν, υποχωρώντας ελαφρώς, για να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους πιο μακροπρόθεσμα. Τότε οι ιδεολογικοί μηχανισμοί είναι αρκετοί για να διατηρείται η κοινωνική ειρήνη. Όταν το σύστημα περνά κρίση και η κάνουλα κλείνει, οι κοινωνικές παροχές μειώνονται (ή ελαχιστοποιούνται, αν μιλάμε για τον ευρπαϊκό νότο σήμερα), και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί είναι πολύ ανεπαρκείς για να διατηρείται η ισορροπία. Τότε πιθανά δε μας ενδιαφέρει καν η κοινωνική ειρήνη. Μας ενδιαφέρει απλά να κρατιούνται οι χαμηλές τάξεις ήσυχες. Και όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος.
Για να μην φανεί πως προσπαθώ να ερμηνεύσω τις σκέψεις του ΟΒ. παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από τα σχόλιο κάτω από το ανωτέρω αναφερθέν ποστ:
όταν φτάνουμε να βλέπει την αστυνομία σαν εχθρό του όχι ο άνθρωπος που ρίχνει πέτρες στο δρόμο, αλλά ο άνθρωπος που πήγε να δει μια παράσταση στο θέατρο και τον λυντσάρουν οι χρυσαυγίτες, κάτι έχει πλέον αλλάξει στην καρδιά του πολιτεύματος.Σε καμία περίπτωση δεν σκοπεύω φυσικά να αντιδικήσω ή να την πω στον ΟΒ. Όμως θεωρώ πως αυτή η κουβέντα είναι πάρα πολύ χρήσιμη και έτσι παραθέτω κάποιες σκέψεις.
Καταρχάς, αποδεχόμαστε για λόγους οικονομίας της συζήτησης πως η “δημοκρατία αποκαταστάθηκε το 1974″. Οπότε δεν θα κάνω καμία αναφορά ούτε στον εμφύλιο, ούτε στο μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς, ούτε στη Χούντα. Από την αρχή όμως της μεταπολίτευσης και μετά, και ασχέτως του ποιο κόμμα κατείχε την εξουσία, θέλω να θυμίσω πως μετράμε τουλάχιστον τέσσερις νεκρούς από αυτή την αστυνομία (είναι πολύ περισσότεροι, αλλά αναφέρομαι στις σημαντικότερες και πιο “διάσημες” περιπτώσεις: Κουμής-Κανελλοπούλου το 1980, Καλτεζάς το 1985, Γρηγορόπουλος το 2008 και Τόντι το 2009), και τουλάχιστον έναν από το παρακράτος (Τεμπονέρας το 1991). Δε θα μπω στον κόπο να αναφερθώ στα δεκάδες περιστατικά αστυνομικής βίας και καταστολής που γνωρίσαμε όλα αυτα τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και δεν αναφέρομαι στον αναρχικό χώρο, που προφανώς έχει υπάρξει στοχοποιημένος, αναφέρομαι σε διαδηλώσεις εργαζομένων και φοιτητών (συνταξιούχοι, εξεταστικά κέντρα ΑΣΕΠ το 1998, επίσκεψη Κλίντον, καταλήψεις ΄90-΄91, Κάπα Μαρούσης, Πρυτανεία Πολυτεχνείου και τόσα πολλά άλλα, ων ουκ έστι αριθμός). Για όσους συμμετείχαν σε τέτοιες εκδηλώσεις ή είχαν έστω μια ελάχιστη επαφή με τα κοινωνικά και κινηματικά τεκταινόμενα, η αστυνομική καταστολή ήταν κάτι δεδομένο και αναμφισβήτητο.
Θα θυμίσω ακόμα πως εν έτει 1992, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, απευθυνόμενος στους αστυνομικούς, είχε πει “Εσείς είστε το κράτος”. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το σχετικό κοινωνικό πλαίσιο, ήταν οι διαμαρτυρίες για την ιδιωτικοποίηση των αστικών λεωφορείων.
Είχε δίκιο ο Μητσοτάκης, όπως και σε πολλά άλλα που με διακεκριμένο κυνισμό έχει πει. Η αστυνομία είναι -όχι το ίδιο το κράτος-, αλλά δομικός μηχανισμός του αστικού κράτους, απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του. Ξεκινώντας από την αφετηρία πως οι κοινωνικοί συσχετισμοί είναι ταξικοί και πως εντός της κοινωνίας αναπτύσσονται αντίρροπες/αντίπαλες δυνάμεις, των οποίων τα συμφέροντα είναι συγκρουόμενα, γίνεται αντιληπτό ότι το αστικό κράτος είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί εξισορροπητικά για τους κοινωνικούς συσχετισμούς. Το δημοκρατικό πολίτευμα εμπεριέχει αυτή την πραγματικότητα. Αποτελεί σύμβαση η αντίληψη ότι εντός μιας κοινωνίας, που λειτουργεί με τις αρχές τις αστικής δημοκρατίας, το κράτος υπάρχει για να εξυπηρετεί τον πολίτη. Το κράτος υπάρχει για να συντηρεί τις ισορροπίες. Σε περιόδους άμβλυνσης των συσχετισμών, σε περιόδους “ευημερίας”, ας το πούμε έτσι, η καταστολή είναι πιο ήπια, καθότι η εξισορρόπηση επιτυγχάνεται με την χρήση ιδεολογικών μηχανισμών, όπως η εκπαίδευση, η θρησκεία ή η οικογένεια. Όταν όμως οι αντιθέσεις οξύνονται, σε καιρούς ισχνών αγελάδων, όταν το σύστημα βρίσκεται σε δυσπραγία και δεν είναι σε θέση να “βουλώνει στόματα” με κοινωνικές παροχές, τότε οι ιδεολογικοί μηχανισμοί δεν επαρκούν για να διατηρούνται οι ισορροπίες. Για να το πούμε ακόμα απλούστερα, όταν το σύστημα περνά φάση ανάπτυξης και/ή τα κοινωνικά κινήματα έχουν τον συσχετισμό με το μέρος τους, οι παραγωγικές δυνάμεις, ο λαός, επωφελείται από τις παροχές που οι ανώτερες τάξεις έχουν την δυνατότητα να κάνουν, υποχωρώντας ελαφρώς, για να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους πιο μακροπρόθεσμα. Τότε οι ιδεολογικοί μηχανισμοί είναι αρκετοί για να διατηρείται η κοινωνική ειρήνη. Όταν το σύστημα περνά κρίση και η κάνουλα κλείνει, οι κοινωνικές παροχές μειώνονται (ή ελαχιστοποιούνται, αν μιλάμε για τον ευρπαϊκό νότο σήμερα), και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί είναι πολύ ανεπαρκείς για να διατηρείται η ισορροπία. Τότε πιθανά δε μας ενδιαφέρει καν η κοινωνική ειρήνη. Μας ενδιαφέρει απλά να κρατιούνται οι χαμηλές τάξεις ήσυχες. Και όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος.
17 Νοε 2012
Ο ήλιος και ο χρόνος
*Όταν οι στρατιώτες ήρθαν να με συλλάβουν
κοιμόμουνα. Μ’ έγδυσαν και με διέταξαν να γονατίσω. Ύστερα, μ’ έδεσαν
πιστάγκωνα, όπως κάνουν οι Αμερικάνοι με τους Βιετκόγκ. Όταν η Μαρία
μπήκε, ντράπηκα και τους ζήτησα να μου βάλουν το σώβρακο. Μου έβαλαν το
σώβρακό μου και το πανταλόνι μου. Ήμουν ξυπόλυτος και είπα στη Μαρία να
μου βάλει τα παπούτσια μου. Έσκυψε μπροστά μου και όταν μου έδενε τα
κορδόνια, της ψιθύρισα: «Κουράγιο, Μαρία».
Επάνω στο ξερό χώμα της καρδιάς μου
ξεφύτρωσε ένας κάκτος
πέρασαν πάνω από είκοσι αιώνες
που ονειρεύομαι γιασεμί
τα μαλλιά μου μύρισαν γιασεμί
η φωνή μου είχε πάρει κάτι
από το λεπτό άρωμά του
τα ρούχα μου μύρισαν γιασεμί
η ζωή μου είχε πάρει κάτι
από το λεπτό άρωμά του
όμως ο κάκτος δεν είναι κακός
μονάχα δεν το ξέρει και φοβάται
κοιτάζω τον κάκτο μελαγχολικά
πότε πέρασαν κιόλας τόσοι αιώνες
θα ζήσω άλλους τόσους
ακούγοντας τις ρίζες να προχωρούν
μέσα στο ξερό χώμα της καρδιάς μου.
*
Στις 21 Αυγούστου πιάστηκα στο Χαϊδάρι. Στο
τέταρτο πάτωμα στην οδό Μπουμπουλίνας, στο κελί αρ. 4 περίμενα το
μαρτύριο και το θάνατο. Στις 4 Σεπτεμβρίου μου έφεραν χαρτί και μολύβι.
Τότε έγραψα 32 ποιήματα. Τις προηγούμενες νύχτες τις πέρασα άγρυπνος, με
την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να με
πάρουν για το μαρτύριο ή για την εκτέλεση. Όλη μου η ύπαρξη σημαδεύτηκε
από την αναμονή του βέβαιου θανάτου. Καθώς ο χρόνος κυλούσε επίμονα και
βασανιστικά, έβλεπα με το νου μου καθαρά την εικόνα της τελευταίας
στιγμής. Ο πρωινός ουρανός είχε ένα χρώμα βαθιά γαλάζιο. Η ατμόσφαιρα
διάφανη, με κρυσταλλένια καθαρότητα. Τι θα φώναζα σ’ αυτήν τη στιγμή του
τέλους; Αυτή η σκέψη μου έγινε τυραννική.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)